Έργα επί των οδών

Απόφ. ΑΠ 1535/2011

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔικ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 ΚΠολΔικ.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα κατά νόμο επιτρεπτά (ΑΠ 544/2005, 190/1995) και σε καταφατική περίπτωση ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1137/2001, 416/1999). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις αρ. 5/2001, 19845-19246/2001 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής διαδικασίας, που προηγήθηκε.
Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα: α) Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα Τροχαίου Ατυχήματος της Αστυν. Υπηρεσίας Μαλακάσας και β) με αρ. 4, 6, 8 και 10 φωτογραφίες που συνοδεύουν την Τεχνική έκθεση Δαλλιάτση.
Επομένως οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το οικείο μέρος τους, από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔικ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο κατά τρόπο αντιφατικό με τον προηγούμενο (τρίτο) από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο το ως άνω σχεδιάγραμμα και εσφαλμένως δεν προσδόθηκε σ' αυτό η αυξημένη αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου, είναι απαράδεκτος. Επίσης απαράδεκτος λόγω αντιφατικότητας είναι και ο έκτος από το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου περί βάρους αποδείξεως ως προς τα προαναφερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα με τους εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔικ ως άνω τρεις λόγους αναιρέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ συνάγεται, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα, όταν ο δράστης δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε είχε υποχρέωση να λάβει πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης, της επιστήμης και της κοινής πείρας, μέτρο, έστω και μη προβλεπόμενο από ειδική διάταξη νόμου, προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας (Α.Π. 50/2002, 831/2005). Η υπαιτιότητα με τη μορφή είτε του δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε της αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη της προσοχής, την οποία θα όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος από τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράληψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί, με την κανονική και συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1128/2000).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 12-13/1995, 1/1999).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων ως ουσιαστικά αβάσιμη, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 16.1.1999 και περί ώρα 18:30 ο εκκαλών, Χ1, οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και κινούμενος μ' αυτό στην αριστερή λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας (ΝΕΟΑΛ) με ταχύτητα 100 χιλιομέτρων ανά ώρα, προσέκρουσε, στο ύψος του 50ου χιλιομέτρου (περιοχή Μαλακάσας) της εν λόγω οδού, στα στοιχεία της σήμανσης, για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως παρακάτω, που είχε τοποθετηθεί στο σημείο αυτό, από την, εκτελούσα εργασίες αποκατάστασης του ασφαλτοτάπητα, πρώτη εφεσίβλητη, "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΑΣΦΑΛΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ", την επίβλεψη των οποίων (εργασιών) είχε αναθέσει αυτή στον προστηθέντα πολιτικό μηχανικό, δεύτερο εφεσίβλητο, Ψ1 , με αποτέλεσμα να εκτραπεί της πορείας του, να ανατραπεί και να υποστεί αυτός μεν ελαφρά σωματική βλάβη, το όχημά του δε εκτεταμένες υλικές ζημίες. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στο σημείο αυτό του ατυχήματος, λόγω των εκτελουμένων ως άνω εργασιών και της εξ αυτών ανάλογης ρύθμισης της κυκλοφορίας εφαρμόστηκε από την ως άνω εργολάβο κοινοπραξία σε συνεννόηση με την τροχαία Μαλακάσας, η εγκριθείσα από το ΥΠΕΧΩΔΕ κατάλληλη σήμανση (βλ. σχέδιο προσωρινής σήμανσης εργασιών) η οποία, ειδικότερα, για το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας, περιελάμβανε την τοποθέτηση δεξιά και αριστερά αυτού 1) πινακίδων: α) περιορισμού του αριθμού των κυκλοφοριακών λωρίδων από τρεις σε μία β) ανωτάτου ορίου ταχύτητας 80 χιλιομέτρων ανά ώρα και γ) εκτέλεσης έργων στην οδό (αρθ. 4 Π-70, Ρ-32 και Κ-20 αντίστοιχα), 2) πλαστικών κώνων με σημείο έναρξης το αριστερό μέρος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και λήξης τη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή της μεσαίας και δεξιάς λωρίδας 3) αναλάμποντος βέλους μεγάλων διαστάσεων, που υπεδείκνυε την ακολουθητέα πορεία και 4) ερυθρών πλαστικών στοιχείων ορθογωνίου σχήματος με νερό (βλ. από 16.11.1999 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος τροχαίας Μαλακάσας).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του εκκαλούντος οδηγού, συνιστάμενη στο ότι, αν και αυτός ήταν υποχρεωμένος αφενός να οδηγεί με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή (άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2696/99) και να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη, πλην άλλων, και την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού (άρθρο 19 παρ. 1, 2 V. 2696/99) και αφετέρου να συμμορφώνεται προς τις επιβαλλόμενες από τις σχετικές πινακίδες σήμανσης υποχρεώσεις, δεν έπραξε, αν και μπορούσε τα παραπάνω, όπως σε ανάλογη περίπτωση θα έπραττε κάθε συνετός οδηγός, αλλά, οδηγώντας χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ελαττώσει την ταχύτητα των 100χ/ω, με την οποία εκινείτο, στο καθοριζόμενο με τη σχετική πινακίδα για το σημείο αυτό ανώτατο όριο των 80 χ/ων, την οποία έπρεπε να μειώσει ακόμη περισσότερο ενόψει των εκτελουμένων επί της οδού εργασιών και του επικειμένου περιορισμού λωρίδων, παρέλειψε να μετακινηθεί προοδευτικά από την αριστερή λωρίδα, στην οποία εκινείτο και στην οποία αφορούσε ο αναγγελόμενος με την ως άνω πινακίδα περιορισμός, προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, στην οποία και μόνο ήταν επιτρεπτή η κίνηση, με αποτέλεσμα την πρόσκρουση του οχήματός του στις πινακίδες, που αποτελούσαν την τοποθετημένη στο σημείο αυτό σήμανση, και, κατά τα προαναφερθέντα, αφενός τον ελαφρό τραυματισμό του ιδίου και αφετέρου την πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών στο όχημά του.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος οδηγού ότι η υπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα βαρύνει αποκλειστικά την ως άνω εργολήπτρια κοινοπραξία για το λόγο ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η τελευταία παρέλειψε να τοποθετήσει τις πινακίδες περιορισμού των κυκλοφοριακών λωρίδων σε απόσταση 600 και 200 μέτρων πριν από το σημείο έναρξης των έργων όπως προβλεπόταν από το εγκριθέν από το ΥΠΕΧΩΔΕ σχέδιο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, και ανεξάρτητα από το ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν απεδείχθηκε η επικαλούμενη παράλειψη, η συνδρομή αυτής, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτός ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος ενόψει και της καθ' ομολογίαν του ιδίου του εκκαλούντος, υφισταμένης, "χίλια μέτρα πριν από το σημείο έναρξης των έργων, σχετικής προειδοποιητικής πινακίδας περιορισμού των κυκλοφοριακών λωρίδων από τρεις σε μία (Π-70) προς την οποία, αν είχε συμμορφωθεί ο εκκαλών, θα είχε μετακινήσει το όχημά του προοδευτικά από την αριστερή και μεσαία λωρίδα, στις οποίες εκτελούνταν οι εργασίες ασφαλτόστρωσης, στη δεξιά, που ήταν ελεύθερη από κάθε εμπόδιο, αποτρέποντας, κατά τον τρόπο αυτό, κάθε πιθανότητα πρόκλησης, από το λόγο αυτό, ατυχήματος. Απορριπτέος επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται και ο περαιτέρω ισχυρισμός του εκκαλούντος κατά τον οποίο η ευθύνη της εργολήπτριας κοινοπραξίας απορρέει και από την τοποθέτηση, εντός του αποκλεισμένου για την κυκλοφορία των οχημάτων τμήματος της αριστερής και μεσαίας λωρίδας, για τη συγκράτηση των βλαστικών ως άνω κώνων σιδηράς, σε σχήμα Π, βέργας, η οποία προκάλεσε τη ρήξη του οπισθίου δεξιού ελαστικού στην οποία, κατ' αυτόν, οφείλεται η εκτροπή του οχήματός του, καθόσον, και ανεξάρτητα της μη απόδειξης της ύπαρξης του εν λόγω αντικειμένου, η τυχόν αποδοχή αυτού (ισχυρισμού) δεν διαφοροποιεί την ευθύνη του, καθόσον το αντικείμενο αυτό, που είχε τοποθετηθεί για τη συγκράτηση των πλαστικών τριγωνικών κώνων της σήμανσης του οδοστρώματος βρισκόταν, και κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος στην κατά τα άνω αποκλεισμένη για τα οχήματα ζώνη κυκλοφορίας, στην οποία ανεπιτρέπτως εισήλθε το όχημα του εκκαλούντος, παρά το γενόμενο με την παραπάνω σήμανση αποκλεισμό της αριστερής και της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και την ύπαρξη σχετικά με αυτόν (αποκλεισμό) μεγάλης φωτιζόμενης πινακίδας με ένδειξη βέλους δεξιά, η οποία ήταν επαρκής για την επισήμανση του αρχομένου περιορισμού των λωρίδων από τρεις σε μία.
Η κρίση του Δικαστηρίου περί της υπάρξεως στο χώρο του ατυχήματος της κατά νόμο προβλεπόμενης σήμανσης ενισχύεται και από το υπό στοιχ. ΑΠ_ ΑΘ/ΦΚΑ ΘΒ4/ΜΕ7/9914 17-12-02 έγγραφο της Γεν. Γραμ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, με το οποίο βεβαιώνεται ότι "η υλοποίηση εκτροπής της κυκλοφορίας στον τόπο εκτέλεσης των εργασιών ήταν σύμφωνη με το υποβληθέν σχέδιο σήμανσης και τις σχετικές παρατηρήσεις", ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι η εφαρμογή της σήμανσης αυτής βρέθηκε, ύστερα από διενεργηθέντα έλεγχο της αρμοδίας ως άνω υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ αντίστοιχη μ' αυτή του σχεδίου".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 297-299, 932 και 346 ΑΚ, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού αναφέρονται: α) Η από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους τοποθέτηση κατάλληλης σήμανσης για προειδοποίηση και καθοδήγηση των χρησιμοποιούντων το μη επισκευαζόμενο από αυτούς τμήμα της δημόσιας οδού, στο οποίο ανετράπη το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα αυτοκίνητο και η ανυπαρξία συνεπώς του αναγκαίου για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης τους προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος στοιχείου της παράνομης συμπεριφοράς ως αιτίας του επιζήμιου αποτελέσματος. β) Οι πλημμελείς χειρισμοί του αναιρεσείοντος κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του (ανάπτυξη υπερβολικής ταχύτητας) που δεν επέτρεψε τον έγκαιρο εντοπισμό του κινδύνου και την επιτυχή διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού. Επομένως οι αντίθετοι δεύτερος, τέταρτος και όγδοος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔικ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η από το Εφετείο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και η αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 559 αρ.12 του ΚΠολΔικ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποία η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 354/1999, 441/1993, 575/1980).
Με τον έβδομο από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά για τη θέση των τριγωνικών κώνων, που είχαν τοποθετηθεί από τους δυο πρώτους αναιρεσιβλήτους κατά μήκος του οδοστρώματος προς διαχωρισμό του επισκευαζόμενου τμήματος αυτού από το ελεύθερο για την κυκλοφορία, αξιολόγησε ως ομολογία και συνήγαγε δυσμενή κρίση για την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητάς του για τη ζημία του, ενώ δεν είχε πρόθεση να ομολογήσει. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με ποιο τρόπο διατυπώθηκαν από τον αναιρεσείοντα τα περιστατικά που φέρονται ότι εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως ομολογία, ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενό τους, ποιες ήταν οι αντίστοιχες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου με το σφάλμα της απόφασης, όπως και η λυσιτελής επίκλησή του, η οποία δεν υφίσταται όταν προσβάλλεται επάλληλη αιτιολογία, ενώ υπάρχει άλλη αιτιολογία, μη πληττόμενη που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔικ, της παρά το νόμο λήψης υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται όταν δεν αφορά αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά αφορά τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002) ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 3/1997). Επομένως ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔικ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη ότι έλαβε υπόψη τα ως άνω περιστατικά ως προς τη θέση των τριγωνικών κώνων, τα οποία εκτίμησε ως ομολογία του αναιρεσείοντος, εφόσον δεν αφορά αυτοτελή ισχυρισμό, είναι (ο λόγος αυτός αναιρέσεως) απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ).
 

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 30-4-2010 αίτηση του ___ για αναίρεση της 3685/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε.

Νομικά Θέματα » Αυτοκίνητα Έργα επί των οδών

    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Στερεάς Ελλάδας νέα Θεσπρωτίας Πέλλας Αιγάλεω Βιάννος Ερέτρια Κάλυμνος Λευκάδα Νεστόριο Πρέβεζα Τανάγρα Αιτωλοακαρνανία Ιωάννινα Πρέβεζα Αλεξανδούπολη Βόρεια Κυνουρία Ζαγόρι Κάρυστος Λυκόβρυση Πεύκη Νότια Κυνουρία Πύλη Τρίκαλα Αττική Κεφαλονιά Τρίκαλα Αμύνταιο Γρεβενά Ηράκλειο Κεφαλλονιά Μέγαρα Ορχομενός Σάμος Φιλιάτες Άρτα Καστοριά Σάμος Αμάρι Γεώργιος Καραϊσκάκης Ηγουμενίτσα Κέα Μαρκόπουλο Μεσογαίας Οιχαλία Ρήγας Φερραίος Φαιστός Ειδήσεις Δυτική Μακεδονία Δωδεκάνησα Λακωνία Χανιά Ανώγεια Δομοκός Ιεράπετρα Κόρινθος Μουζάκι Πάργα Σίφνος Χαλκίδα
Στερεάς Ελλάδας νέα Θεσπρωτίας Πέλλας Αιγάλεω Βιάννος Ερέτρια Κάλυμνος Λευκάδα Νεστόριο Πρέβεζα Τανάγρα
Copyright © 2017 All rights reserved Ειδήσεις Δυτική Μακεδονία Δωδεκάνησα Λακωνία Χανιά Ανώγεια Δομοκός Ιεράπετρα Κόρινθος Μουζάκι Πάργα Σίφνος Χαλκίδα developed and powered by WGR