Χρηματική Ικανοποίηση
(Η κατωτέρω εισήγηση δημοσιεύεται στην Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου την οποία και ευχαριστούμε)
Εισήγηση : Πέτρου Ρουμπέα
Δικηγόρου Καλαμάτας

ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ – ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ – ΠΟΙΟ ΤΟ ΕΥΛΟΓΟ 

Ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθική βλάβης εμφανίστηκε σταδιακά κατά την εξελικτική πορεία της θεωρίας του Ρωμαϊκού Κοινοδικαίου, οπότε και κρίθηκε δυνατή η χρηματική ικανοποίηση της ηθικής ζημίας, μόνον επί ορισμένων θεμάτων και ειδικώς επί του επονομαζόμενου «τιμήματος των αλγηδόνων», το οποίο μάλιστα, κατά την κρατήσασα τελικώς γνώμη, χαρακτηρίστηκε όχι ως ποινή, αλλά ως αστική αποζημίωση, σε μια περίοδο που η προστασία της προσωπικότητας, καλύπτουσα και τις περιπτώσεις ικανοποιήσεως ηθικής ζημίας, διαπνεόταν από την ιδέα της ποινής. Σαφής δογματικός αποχωρισμός της έννοιας της ποινής από την έννοια της αποζημίωσης άρχισε να γίνεται μόλις από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Από τις σύγχρονες νομοθεσίες που αποτέλεσαν κύριους σταθμούς στην εγκαθίδρυση του θεσμού της χρηματικής ικανοποίησης δε μπορούν να μην αναφερθούν, φυσικά, αυτές της Γερμανίας, της Ελβετίας, Γαλλίας καθώς και της Αγγλίας και της Αμερικής, αφού με τον ξεχωριστό τους τρόπο συνέβαλαν στη διαμόρφωση του θεσμού ως σήμερα.

Αξίζει, όμως, να αναλύσουμε τι είναι ο θεσμός της χρηματικής ικανοποίησης αυτός καθ’ εαυτός. Μη περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη, όροι που χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι στον Αστικό Κώδικα, είναι ο αντίκτυπος στην ηθική, στην ψυχική ή σωματική συγκρότηση του προσώπου, συνεπεία προσβολής οποιουδήποτε δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος ή μη περιουσιακού αγαθού, απ’ αυτά που απαριθμούνται ενδεικτικά στην ΑΚ 932 εδ. 2, νοουμένη ως συνισταμένη του πλέγματος των σύγχρονων κοινωνικών και ηθικών αξιών, για την οποία ο νόμος θεσπίζει παροχή, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστή, χωρίς να δίνει ούτε νύξη αντικειμενικής αντιστοιχίας μεταξύ είδους προσβολής και ψυχικού αντικτύπου.

Η σύγχρονη διεθνής εξέλιξη του δικαίου τείνει στην ευρύτατη αναγνώριση της αρχής ότι, εφόσον υπάρχουν οι γενικές προϋποθέσεις της αστικής ευθύνης, πρέπει να παρέχεται και ικανοποίηση για την τυχόν επαχθείσα βλάβη. Τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή κυρίως νομική φιλολογία και νομολογία παρατηρείται μια τάση διευρύνσεως της έννοιας της ζημίας και της αποζημιώσεως κατά τρόπον ώστε να περιλάβουν τόσο την «υλική» και την «ηθική βλάβη», όσο και την αποκατάσταση της υλικής και της ηθικής ζημίας. Παρά την αυξανόμενη, ωστόσο, διαρκώς επιβολή της αρχής της ικανοποιήσεως και της ηθικής ζημίας, έντονες αντιρρήσεις προβάλλονται σχετικά με την χρηματική ικανοποίηση. Έτσι, εξακολουθούν να υπάρχουν έριδες και προβληματισμοί, εκτός των άλλων, και ως προς τον αριθμό και την φύση των κριτηρίων επιμετρήσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης – ψυχικής οδύνης, και ιδιαίτερα ως προς το πρόβλημα αν θα πρέπει να προταθεί ένα ενιαίο, για όλες τις περιπτώσεις, κριτήριο, ή περισσότερα διαφορετικά, που σε κινητή μεταξύ τους σχέση, με την έννοια του Wilburg, θα καθίστανται κάθε φορά αποφασιστικά συνδυαζόμενα μεταξύ τους. Αυτό το ακανθώδες ζήτημα θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε σήμερα.

Όπως αναφέρθηκε κατά την ΑΚ 932 ο ζημιωθείς έχει αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Η εκτίμηση του ύψους της «εύλογης» χρηματικής ικανοποίησης αποτελεί ένα πολύ δυσχερές πρόβλημα εν όψει του ότι πρέπει να εκφραστεί σε χρήμα ένα μέγεθος που δεν έχει αγοραστική ή εμπορική αξία και, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται, δε μπορεί να ευρεθεί η αντιστοιχία του σε «βάρος χρυσού». Η αδυναμία του νομοθέτη να διαμορφώσει μια δογματικά άρτια έννοια της μη περιουσιακής ζημίας και ένα αντικειμενικό οικοδόμημα αντικειμενικών κριτηρίων επιμετρήσεως, επιτρέπει στο δικαστή να λάβει υπόψη διάφορα στοιχεία για τον προσδιορισμό του ποσού της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Τα κριτήρια της «εύλογης» χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να επαναπροσδιορίζονται κάθε φορά, με λήψη υπόψη όλων των λειτουργιών που αποσκοπούν κυρίως στην ανακούφιση του παθόντος από την λύπη, την στεναχώρια ή τον πόνο που του προκάλεσε η προσβολή ενός περιουσιακού εννόμου αγαθού ή κάποιου αγαθού της προσωπικότητας, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, ο οποίος είναι ο χρόνος της πρώτης επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό και όχι απλώς ο χρόνος της προσβολής. Δεν πρέπει όμως να μελετηθεί και να συνυπολογισθεί μόνο το σύνολο των υφισταμένων σ’ αυτό το χρονικό σημείο συνθηκών, αλλά επίσης και η θεατή εξέλιξη που αναμένεται στο μέλλον. Το «εύλογο» της χρηματικής ικανοποιήσεως δε σημαίνει ότι το επιδικαζόμενο ποσό ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης πρέπει να είναι κατά αναλογία χαμηλό. Αντίθετα η θεωρία έχει αντιταχθεί έντονα και με προϊούσα επιτυχία στην υφισταμένη παλαιότερα στον χώρο της νομολογία τάση να επιδικάζονται αναλόγως μικρά ποσά. Ο δικαστής της ουσίας αφήνεται από το νόμο ελεύθερος κατά τον προσδιορισμό της «εύλογης» χρηματικής ικανοποιήσεως. Ο νομοθέτης όταν πρόκειται για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, λόγω αδυναμίας προσδιορισμού εκ των προτέρων αντικειμενικών κριτηρίων επιμετρήσεως, παρέχει εξουσία στο δικαστή να μπορεί να κρίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση όπως θα έπραττε ο ίδιος (ο νομοθέτης) αν επρόκειτο να ρυθμίσει με νόμο την συγκεκριμένη διαφορά. Ο νόμος δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστή της ουσίας, ώστε αυτή υπόκειται μόνο στα γενικά όρια (δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, να προσκρούσει στις αρχές της λογικής, και στα διδάγματα της κοινής πείρας κλπ.).

Ο δικαστής της ουσίας όμως, κατά την επιδίκαση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, εκτιμώντας τα περιστατικά τα οποία τίθενται ενώπιόν του, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνον στην λεπτομερή απαρίθμηση των προσγενόμενων δεινών και λοιπών μη περιουσιακών ζημιών και να καθορίζει μετέπειτα ένα λίγο ως πολύ αυθαίρετο χρηματικό ποσό ως ηθική βλάβη, αλλά πρέπει να συνάπτει κατά σχέση αναλογίας, την ηθική βλάβη με το είδος της προσβολής (αυτό ρητώς αναφέρεται στην ΑΚ59), την έκταση της βλάβης (και γενικότερα το βαθμό προσβολής της προσωπικότητας), τις ιδιαίτερες προσωπικές και οικονομικές συνθήκες του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τον βαθμό πταίσματος του υπευθύνου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, την συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την τέλεση της αδικοπραξίας κτλ. Οι καταβληθείσες μέχρι σήμερα προσπάθειες της θεωρίας να ευρεθούν λύσεις προσεγγίσεως που, ανεξάρτητα από την λήψη υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, εγγυώνται μια κάποια ομοιομορφία της πρακτικής επιμετρήσεως επί ορισμένων περιπτώσεων βλάβης απεδείχθησαν ελάχιστα πρακτικές. Αντίθετα, σε χώρες όπου καταρτίζονται αξιόπιστοι πίνακες εφοδιασμένοι με κατά το δυνατόν λεπτομερή διαμόρφωση περιπτώσεων, έχουν συγκροτηθεί κατευθυντήρια μεγέθη που, ως ένα βαθμό, αποτελούν πολύτιμο βοήθημα στη δικαστηριακή πρακτική. Παρότι τα αναφερόμενα στους ενημερωμένους αξιολογικούς πίνακες νομολογιακών επιθεωρήσεων ποσά δεν αποτελούν κλίμακα κονδυλίων, αλλά εξάγονται από διεξοδική κρίση των μεμονωμένων περιπτώσεων και επομένως είναι απλώς και μόνο ενδεικτικά, αποτελούν αφετηρία για μια, σε κάποιο βαθμό, ομοιόμορφη πρακτική επιμετρήσεως, με τη λήψη υπόψη των ποικίλλων περιπτώσεων της μεμονωμένης περιπτώσεως.

Στον χώρο του ελληνικού δικαίου δεν έχουν καταβληθεί ως σήμερα προσπάθειες για την εξεύρεση αντικειμενικών κριτηρίων επιμετρήσεως της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ούτε για την εξεύρεση λύσεων που θα επιτρέπουν σε ικανοποιητικό βαθμό μια κάποια ομοιομορφία της πρακτικής επιμετρήσεως επί ορισμένων περιπτώσεων ηθικής βλάβης. Στη δικαστηριακή πρακτική, κατά τον υπολογισμό του επιδικαστέου ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ποσού, παρατηρείται μεγάλη ποσοτική διαφορά επί ομοίων σχεδόν περιπτώσεων επιδικάσεως ηθικής βλάβης. Η διαφορά αυτή φτάνει πολλές φορές στο σημείο ώστε για τραυματισμό του αυτού είδους (π.χ. τραυματισμός οφθαλμού) το ένα δικαστήριο να επιδικάζει ένα εξευτελιστικό ποσό και το άλλο να επιδικάζει ποσό που σύμφωνα με την ελληνική δικαστηριακή πρακτική μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολικό ή αυθαίρετο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπαίτιοι, σε μεγάλο βαθμό, για τη δικαιοσύνη των εξευτελιστικών ποσών ηθικής βλάβης, είναι οι ίδιοι οι διάδικοι, οι οποίοι πολλές φορές ζητούν συμβολικά ποσά για την ικανοποίηση της μη περιουσιακής των ζημίας. Πολλές φορές πάλι, οι δικαιούμενοι να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντας περιορίζουν την απαίτησή τους για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη μέχρι του ποσού των 44,00 ευρώ, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με τη διάταξη του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η τάση για υψηλότερα ποσά ηθικής βλάβης επί βαρυτέρων κυρίως βλαβών, η οποία παρατηρείται σε πολλές χώρες και κυρίως τη Γερμανία, την Ελβετία και την Σουηδία, κερδίζει διαρκώς έδαφος και στην ελληνική νομολογία.

Ευκταίο θα ήταν να εκδίδονται ετησίως επιθεωρήσεις της νομολογίας του προηγουμένου χρόνου και να γίνεται ειδική συλλογή των αποφάσεων που αφορούν χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης κατ’ ΑΚ 59 και 932. Η συλλογή και αξιολόγηση των αποφάσεων αυτών, ανάλογα με το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης (και γενικότερα το βαθμό της προσβολής της προσωπικότητας) και το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, έχουμε τη γνώμη ότι θα συμβάλλει αποφασιστικά στην συγκρότηση κατευθυντήριων μεγεθών, που χωρίς και να είναι δεσμευτικά της δικαστικής διακριτικής ευχέρειας, θα συντελέσουν σε κάποιο βαθμό ώστε να υπάρχει ομοιόμορφη πρακτική επιμετρήσεως, και να μην εξαρτάται το ύψος του επιδικαζομένου ποσού, σε μεγάλο ποσοστό, από το συμπτωματικό γεγονός της εκδικάσεως των υποθέσεων από δικαστές που έχουν διαφορετική αντίληψη της προβληματικής της επιδικάσεως της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Επειδή δε μπορεί να ευρεθεί μια άμεση σχέση μεταξύ μιας χρηματικής αποζημιώσεως και των μη περιουσιακών ζημιών, δεν είναι απλώς επιτρεπτό αλλά σχεδόν επιβάλλεται να ληφθούν ως αφετηρία τα κριτήρια που καθιερώθηκαν από τη νομολογία σε άλλες περιπτώσεις και να προσανατολιστεί ο δικαστής στα ποσά που επιδικάστηκαν σε συγκρίσιμες περιπτώσεις. Στο βαθμό αυτό μπορούν να παράσχουν πολύτιμες υπηρεσίες ενημερωμένοι αξιολογικοί πίνακες νομολογιακών επιθεωρήσεων ή συνοπτικοί πίνακες ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Ερευνώντας ενδελεχώς τους επιμέρους παράγοντες επιμετρήσεως, θα διαπιστώσουμε ότι οι οικονομικές σχέσεις των εμπλεκομένωνείναι από τους σημαντικότερους. Καθοριστική υπήρξε η θεμελιακή απόφαση του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου της Γερμανίας (BGH.GSZ) BGHZ 18, 149=VersR 1955, 615 με την οποία η Ολομέλεια του πολιτικού τμήματος επανήλθε στην προηγούμενη νομολογία του RG κατά την οποία οι οικονομικές σχέσεις των εμπλακέντων και μάλιστα όχι μόνο του ζημιώσαντος, αλλά και του ζημιωθέντος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ακόμη και κατά τον καθορισμό της ηθικής βλάβης.

Και στον χώρο του ελληνικού δικαίου παγίως γίνεται δεκτό, τόσο στην θεωρία όσο και στην νομολογία, ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ηθικής βλάβης, μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, και η περιουσιακή κατάσταση τόσο του ζημιώσαντος όσο και του ζημιωθέντος. Η δυσμενής οικονομική θέση του ζημιώσαντος επενεργεί μειωτικά στο ύψος της ηθικής βλάβης, δε μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιεική σκληρότητα απέναντί του ή σε οικονομική καταστροφή. Υποστηρίζεται ότι οι κακές οικονομικές συνθήκες του ζημιώσαντος παίζουν ρόλο μειωτικό της επιδικαζομένης ηθικής βλάβης, όσο λιγότερο μπορεί να αποδοθεί στον ζημιώσαντα η μορφή επιπόλαιας, ανεύθυνης ή ασσύγνωστης συμπεριφοράς. Οι αντίπαλοι, βέβαια, της συνεκτιμήσεως των οικονομικών συνθηκών των εμπλακέντων και κυρίως του ζημιώσαντος, προβάλλουν το επιχείρημα ότι επί δυο ομοίων περιπτώσεων π.χ. επί δύο τραυματισθέντων σε χωριστό αυτοκινητικό ατύχημα, με τα αυτά όμως αποτελέσματα, ο μεν ένας θα λάβει αυξημένη χρηματική ικανοποίηση επειδή ο ζημιώσας είναι πλούσιος, ο δε άλλος τέτοια μειωμένη επειδή είχε την ατυχία να τραυματιστεί από φτωχό. Εντούτοις η ηθική βλάβη την οποία υπέστησαν και οι δυο είναι ίδια, διότι «οι πόνοι του βλαβέντος δεν εξαρτώνται από την οικονομική κατάσταση του βλάψαντος». Στο ανωτέρω επιχείρημα μπορεί να αντιταχθεί ότι η λήψη υπόψη των οικονομικών συνθηκών του ζημιώσαντος κατά την επιμέτρηση του ποσού της ηθικής βλάβης δεν αντιτίθεται κατά κανένα τρόπο στον προαναφρθέντα σκοπό της ηθικής βλάβης, ούτε στην αρχή της ισότητας, όταν αποφεύγονται μεγάλες διαφοροποιήσεις. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη. Το επιχείρημα της προσκρούσεως στην αρχή της ισότητας θα ήταν ενδεχομένως ορθό εάν ο υπολογισμός της χρηματικής ικανοποιήσεως γινόταν αποκλειστικά και μόνο με βάση την περιουσιακή κατάσταση των μερών. Ο συνυπολογισμός των δυσμενών οικονομικών συνθηκών του ζημιώσαντος δεν πρέπει να οδηγεί στην πλήρη απαλλαγή του από την αξίωση της ηθικής βλάβης, όπως δε μπορεί να τον οδηγήσει σε βαριά και διαρκή πενία.

Επιπλέον αξίζει να σημειωθεί πως η λήψη υπόψη των οικονομικών συνθηκών του ζημιώσαντος δε σημαίνει ότι επί ενός οικονομικά ασθενέστερου ζημιωθέντος, θα πρέπει, με επίκληση αυτού του γεγονότος, η αποζημίωσή του να είναι μεγαλύτερη απ’ ότι ενός οικονομικού ισχυροτέρου. Όπως η μεγάλη πενία του ζημιώσαντος δε μπορεί να οδηγήσει στην ολοσχερή απαλλαγή του από την υποχρέωση καταβολής ηθικής βλάβης, κατά τον ίδιο τρόπο και ο μεγάλος πλούτος του ζημιωθέντος δεν του αφαιρεί κάθε αξίωση. Αυτό επιβάλλει η φύση και ο σκοπός παροχής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης.

Μεγάλη σημασία έχει και η ύπαρξη ασφαλίσεως ευθύνης υπέρ του ζημιώσαντος. Το 1944 το Γερμανικό Ακυρωτικό, ανατρέποντας τη μέχρι τότε πάγια νομολογία του, τάχθηκε υπέρ της συνεκτιμήσεως της υποχρεωτικής μόνον ασφαλίσεως σε περίπτωση ένδειας του ασφαλισμένου βλάψαντος. Κατά την σταθερή πλέον νομολογία του Γερμανικού Ακυρωτικού, στην οποία προσχώρησε και η θεωρία με ελάχιστες εξαιρέσεις, εάν το ασφαλιστικό ποσό εξαρκεί για την κάλυψη της ζημίας, συμπεριλαμβανομένης και της ηθικής βλάβης, οι υπόλοιπες οικονομικές σχέσεις του ζημιώσαντος είναι χωρίς σημασία, διότι σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται μόνο οι οικονομικοί συσχετισμοί. Οι οικονομικές σχέσεις του ασφαλιστή, κατά την ιδία άποψη, δεν παίζουν κανένα ρόλο, είναι αξιολογικά ουδέτερες και δεν πρέπει να αποτελούν αφορμή για διογκωμένο υπολογισμό της ηθικής βλάβης.

Στο χώρο του ελληνικού δικαίου, τόσο στην θεωρία όσο και στη νομολογία, γίνεται δεκτό ότι, μεταξύ άλλων περιοριστικών όρων, λαμβάνεται υπόψη και η περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου. Αυτό όμως δεν ισχύει στην περίπτωση που ενάγεται ασφαλιστική εταιρία της οποίας δε λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση γιατί η ευθύνη της είναι εγγυητική. Στοιχείο της περιουσίας του ασφαλισμένου αποτελεί η απαίτηση τούτου κατά του ασφαλιστή για ασφαλιστική κάλυψη. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κατά τον προσδιορισμό του ποσού της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης πρέπει να θεωρηθεί η περιουσιακή κατάσταση του ζημιώσαντος ως υποκαθιστάμενη στην περιουσιακή κατάσταση του ασφαλιστή. Γίνεται πολλές φορές λόγος ακόμη και για πλουτισμό του παθόντος ή σε μια πιο ακραία εκδοχή για κίνδυνο εμπορευματοποίησης των ηθικών αξιών. Από την άλλη μεριά, βεβαίως, αν κανείς ρωτήσει τον παθόντα ή τους συγγενείς αυτού, η «βλάβη» δεν αποκαθίσταται ποτέ…   

Ιδιαίτεροι προβληματισμοί δημιουργούνται επίσης κατά τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, όταν η ασφαλιστική κάλυψη γίνεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο το οποίο, όπως ορθά επισημαίνεται, επιτελεί κατά κάποια λειτουργία φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως μιας ειδικής κατηγορίας προσώπων, και ειδικότερα εκείνης της κατηγορίας των θυμάτων των τροχών που δε μπορεί πρακτικά να προστατευθεί με το σύστημα του Ν. 489/1976. Η υποχρέωση του Επικουρικού Κεφαλαίου περιλαμβάνει κατά την ορθότερη άποψη και την παροχή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Εφόσον επομένως, γίνει δεκτό ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο βαρύνεται με την υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση δεν πρέπει μεταξύ των προσδιοριστικών στοιχείων να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Δε μπορεί, σαφώς, να μην αναφερθεί η λήψη υπόψη ιδιαιτέρων προσωπικών συνθηκών. Από την πλευρά του ζημιώσαντος, που συνήθως είναι και ο υπόχρεος, οι προσωπικές ή συγγενικές του σχέσεις προς τον ζημιωθέντα αναμφισβήτητα επιδρούν μειωτικώς στον προσδιορισμό της ηθικής βλάβης επί προσβολών από αμέλεια. Η ύπαρξη συγγενικών σχέσεων μεταξύ ζημιώσαντος και ζημιωθέντος δεν αποκλείει κατ’ αρχήν αξιώσεις ηθικής βλάβης ακόμη και όταν ο σύζυγος βλάπτει τον άλλον, ή τα παιδιά τους γονείς κλπ., όμως μπορεί στην σχέση μεταξύ συζύγων, εφόσον πρόκειται για προσβολή από αμέλεια, να προκύψει καθήκον του ζημιωθέντος μέρους να απόσχει από την αξίωση, εφόσον δε δεν πράξει τούτο, αναμφίβολα η συγγενική σχέση επιδρά μειωτικώς στον υπολογισμό της ηθικής βλάβης.

Ανάμεσα σε άλλα, ως κριτήριο για το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης χρησιμεύει, σύμφωνα με την κρατούσα στην θεωρία και την νομολογία άποψη, και η κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος.

Επιπροσθέτως, η ηλικία του θύματοςπρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Δυσχέρειες και προβληματισμοί ανακύπτουν ως προς τον εν λόγω παράγοντα επιμετρήσεως εν όψει του ότι δεν υπάρχει γενικής ισχύος εμπειρικός κανόνας ότι οι νέοι άνθρωποι είναι περισσότεροι ευαίσθητοι στις σωματικές ή ψυχικές οδύνες από τους μεγαλύτερους ή αντιστρόφως. Ιδιαίτερα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι επί των νεωτέρων ανθρώπων, λόγω της πιο μακροπρόθεσμης προοπτικής ως προς τη διάρκεια της ζωής, οι μόνιμες σωματικές βλάβες ασκούν ισχυρότερη επίδραση απ’ ότι στους ηλικιωμένους. Αφετηρία της επιμετρήσεως της ηθικής βλάβης πρέπει να είναι η αξία της ζωής και ιδιαίτερα η αξία που αποδίδει το ίδιο το άτομο στο άτομο στο υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι στην περίπτωση του βαρύτατου τραυματισμού ενός νέου ανθρώπου, με εξακολουθητική διαταραχή των βιοτικών του λειτουργιών, που γίνεται αισθητή κατά συνεχή και οδυνηρό τρόπο, η ηλικία του ζημιωθέντος μπορεί να είναι σημαντική υπό το πρίσμα του πόσο αναμένεται να υποφέρει από την απώλεια σύμφωνα με την προοπτική ζωής που έχει. Η σκέψη του επερχόμενου θανάτου για έναν νέο άνθρωπο με υψηλές προοπτικές διάρκειας ζωής, είναι πολύ καταθλιπτικότερη από έναν ηλικιωμένο με χαμηλή αντίστοιχη προοπτική. Η πολύ μεγάλη ηλικία του θύματος μετριάζει σε κάποιο βαθμό τον ψυχικό πόνο και πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται μειωτικός παράγων. Αντίθετα, επί ενός παράλυτου στην σπονδυλική στήλη παιδιού πρέπει να ληφθεί υπόψη αυξητικά ότι σε έναν τόσο νέο άνθρωπο όλες οι ελπίδες που η νεότητα τοποθετεί στο μέλλον καταστράφηκαν και ότι τον περιμένει μια ζωή χωρίς κανένα περιεχόμενο. Από την άλλη πλευρά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος προσαρμόζεται δυσχερέστερα απ’ ότι ένας νέος άνθρωπος, σε περίπτωση απώλειας ενός μέλους του σώματος. Σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου εξετάζεται η ηλικία τόσο του θύματος όσο και των μελών της οικογενείας του τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι κατά την άποψη που επικρατεί για τη γέννηση της αδικοπρακτικής ευθύνης, απαραίτητη είναι και η ύπαρξη πρόφορης αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και στην ζημία, το οποίο συμβαίνει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε, πράγματι τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση. Πάντως, ο πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αποτέλεσμα συντέλεσαν και ιδιαίτερες καταστάσεις του βλαβέντος, όπως είναι η τυχόν υπάρχουσα ασθένεια ή γενικότερα η προδιάθεση του παθόντος, η οποία συντέλεσε στο να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις το επιζήμιο αποτέλεσμα, εκτός αν η πρόθεση αυτή είναι από εκείνες που συναντώνται σπάνια, ήτοι είναι εντελώς ασυνήθεις και έκτακτες.

Η ιδιαιτερότητα των συνθηκώνκάτω από τις οποίες προκλήθηκε η προσβολή της προσωπικότητας πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Έτσι, π.χ. πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν η ζημία προήλθε κατά την συμμετοχή του ζημιωθέντος σε σπορ ή κυνήγι από κάποιον άλλο συμμετέχοντα μέσω στο πάθος του αγώνα, αν η ζημία έπληξε ένα συνοδηγό κατά τη διάρκεια κούρσας φιλοφροσύνης ή ένα αμέτοχο τρίτο, από ποια αφορμή προξενήθηκε το ατύχημα ή διενεργήθηκε η πράξη της προσβολής, εάν δηλαδή επισυνέβη από αθέμιτα αίτια ή σε στιγμή διασκεδάσεως ή με αφορμή παιδικά παιχνίδια. Μπορεί, επίσης, να παίζει ρόλο κατά την επιμέτρηση της ηθικής βλάβης αν η προσβολή έλαβε χώρα στα πλαίσια της ασκήσεως επαγγέλματος του ζημιώσαντος ή εξ αφορμής μιας κοινωνικής εκδηλώσεως ή μιας ένοχης φιλοφροσύνης μεταξύ ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, όπως π.χ. επί φιλικής επιβιβάσεως και μεταφοράς με αυτοκίνητο.

Κατά την κρατούσα τόσο στη θεωρία όσο και νομολογία άποψη, σπουδαίος παράγοντας που πρέπει το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη είναι, μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, το είδος της προσβολής και η βαρύτητα της βλάβης(και γενικότερα το βαθμό προσβολής της προσωπικότητας). Το άρθρο ΑΚ 59 σε αντίθεση με το άρθρο ΑΚ 932 ρητώς ομιλεί περί του είδους της προσβολής ως στοιχείου που λαμβάνεται υπόψη προκειμένου το δικαστήριο να καταδικάσει τον προσβάλλοντα σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης. Διαφορετικό του ζητήματος του είδους της προσβολής για το οποίο ομιλεί το άρθρο 59ΑΚ είναι το ζήτημα της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης για την οποία ομιλεί το άρθρο 932 ΑΚ. Το πρώτο ζήτημα έχει σχέση με τις προϋποθέσεις που παρέχεται η χρηματική ικανοποίηση σε περιπτώσεις παρανόμων προσβολών του δικαιώματος στην προσωπικότητα, ενώ το δεύτερο που αναγκαίως προϋποθέτει την ύπαρξη των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, ήτοι, τέλεση αδικοπραξίας και πρόκληση ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, καθορίζει περαιτέρω το ποσό που πρέπει να παρέχεται ως χρηματική ικανοποίηση και το οποίο το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει ότι πρέπει να είναι εύλογο.

Ο νόμος δε θεωρεί κάθε προσβολή της προσωπικότητας ως δικαιολογούσα επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αλλά μόνον την προσβολή που επιφέρει σημαντική ηθική βλάβη. Το δικαστήριο, προκειμένου να αξιολογήσει το είδος της προσβολής για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης κατ’ εφαρμογή της ΑΚ 59, μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, θα λάβει υπόψη το αγαθό της προσωπικότητας που προσβάλλεται, τη βαρύτητα της προσβολής, τον τόπο, τον χρόνο και τη διάρκεια προσβολής. Έτσι, π.χ. διαφορετικά θα αξιολογηθεί η προσβολή της τιμής η οποία γίνεται δια του τύπου και των λοιπών μέσων μαζικής ενημερώσεως. Όταν πρόκειται για σωματική βλάβη, στοιχεία προσδιοριστικά του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι μεταξύ άλλων, το είδος, η ένταση και οι συνέπειες της βλάβης τόσο στην σωματική ακεραιότητα και ψυχική υγεία του θύματος, όσο και στην επαγγελματική ζωή και κοινωνική εξέλιξη αυτού (π.χ. μόνιμες παραμορφώσεις επί γυναικών και μάλιστα νέων σημαίνουν μεγάλη βλάβη βιοτικών λειτουργών και μειώνουν αισθητά τις προοπτικές γάμου). Λαμβάνονται έτσι ιδιαίτερα υπόψη η επιβάρυνση λόγω ανάγκης αλλαγής επαγγέλματος, οι επιπτώσεις από την απώλεια του αισθητηρίου γεύσης και οσμής και την εξ αυτών προελθούσα μείωση της απολαύσεως της ζωής. Ιδιαίτερα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη υποβολής του θύματος σε εγχείρηση ή επανειλλημένες εγχειρήσεις στο μέλλον, η σοβαρότητα αυτών, η διάρκεια θεραπείας σε συνδυασμό με τους σωματικούς πόνους που δοκιμάζει το θύμα. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η σημαντική επιρροή που ασκεί στην επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου μια μόνιμη σωματική βλάβη (π.χ. αποκοπή ενός δακτύλου του χεριού πιανίστα ή του ποδιού επαγγελματία ποδοσφαιριστή) καθώς και η επιρροή που έχει η προσωρινή ή μόνιμη σωματική κάκωση στην άσκηση κάποιου σπορ ή τέχνης. Το είδος της προσβολής και η βαρύτητα της βλάβης επίσης λαμβάνεται υπόψη ως προσδιοριστικό στοιχεία της χρηματικής ικανοποιήσεως όταν πρόκειται για βλάβες που προξενούνται σε περιουσιακά έννομα αγαθά.

Μεγαλύτερη συχνότητα εμφανίζουν οι σχετικές αγωγές που αφορούν βλάβες αυτοκινήτων συνεπεία συγκρούσεως. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο η στεναχώρια που δοκιμάζει ο ιδιοκτήτης του βλαβέντος αυτοκινήτου κυρίως όταν είναι καινούριο και δε βαρύνει τον οδηγό καμιά υπαιτιότητα. Επίσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ψυχική ταλαιπωρία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης του βλαβέντος αυτοκινήτου εν όψει του ότι είναι αναγκασμένος να απωλέσει πολύ χρόνο για τη μέριμνα αποκαταστάσεως των βλαβών, σε διάφορα συνεργεία. Η ψυχική αυτή ταλαιπωρία επιτείνεται όταν συνεπεία βλάβης του αυτοκινήτου δυσχεραίνεται η μετάβαση του ιδιοκτήτη στον τόπο διακοπών ή η επάνοδός του από τις διακοπές.

Η βαρύτητα του πταίσματοςτου υπόχρεου και, όταν ακόμη η ευθύνη είναι αντικειμενική, λαμβάνεται επίσης υπόψη, μεταξύ άλλων προσδιοριστικών στοιχείων, για την επιμέτρηση του επιδικαζόμενου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Κατά την επιμέτρηση, λοιπόν, επιδρά αυξητικώς μια βαραίως αμελής, επιπόλαια, ή δόλια συμπεριφορά του ζημιώσαντος η οποία είναι δυνατόν να επιδράσει εξουθενωτικά στον ζημιωθέντα ενώ αντίθετα μπορεί να ληφθεί υπόψη μειωτικά, προς όφελος του ζημιώσαντος, μια ελαφρά αμέλεια. Επί αμελούς διαπράξεως μπορεί να λειτουργήσει αυξητικά (επιβαρυντικά) η οδήγηση π.χ. σε κατάσταση μέθης ή υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ανεπίτρεπτη και επικίνδυνη απόπειρα προσπεράσματος, βαρεία παράβαση κανόνων κυκλοφορίας. Η ελαφρά αμέλεια λειτουργεί μειωτικά μεν, δεν υπάρχει όμως κανόνας δικαίου ή κάποια γενική αρχή που να καθορίζει ότι επί μειωμένου πταίσματος γενικώς επιδικάζεται περιορισμένη ηθική βλάβη. Η βαρύτητα του πταίσματος λαμβάνεται υπόψη και στις περιπτώσεις της αντικειμενικής ευθύνης, ως προσδιοριστικό στοιχείο της ηθικής βλάβης, εν όψει του ότι κατά την ορθότερη γνώμη η αδικοπραξία της ΑΚ 932 πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ώστε η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης να είναι δυνατή σε κάθε περίπτωση αδικοπραξίας που γεννά υποχρέωση σε αποζημίωση, δηλαδή όχι μόνο σε περίπτωση τέλεσης αστικού αδικήματος (914, 919 ΑΚ) αλλά και στις περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης.

Σημαντικό προσδιοριστικό όρο αποτελεί για τον καθορισμό της ηθικής βλάβης και το συντρέχον πταίσμαμε το οποίο βαρύνεται ο ζημιωθείς (300 ΑΚ). Συνεκτιμάται επίσης η επιτυχία του ζημιωθέντα να προσαρμοστεί στις επιπτώσεις της προσβολής με λογικά μέσα, έστω και αν αυτή κατέστη δυνατή μόνον λόγω της ιδιαιτέρως ισχυράς βουλήσεως του ζημιωθέντος καθώς και η παράλειψη αυτού (ζημιωθέντος) να περιορίσει τις συνέπειες της προσβολής όπως π.χ. να υποβληθεί σε ενδεδειγμένη θεραπεία ή σε μια ακίνδυνη εγχείρηση η οποία αντικειμενικά επιτρέπεται να αξιωθεί από αυτόν. Η παράλειψη δυνάμενων να απαιτηθούν προσπαθειών προς ανατροπή ή μείωση του ζημιογόνου αποτελέσματος αποβαίνει εις βάρος του ζημιωθέντος, ακόμα και όταν τέτοιες προσπάθειες ήταν δυνατές μόνο λόγω της ιδιαίτερης δύναμης βουλήσεως που συνέτρεχε σε αυτόν.

Κατά την λήψη υπόψη του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος δεν ακολουθείται ως διαδικασία ο καθορισμός ενός ποσού ηθικής βλάβης όπως θα προέκυπτε χωρίς να ληφθεί υπόψη η συνυπαιτιότητα, από το οποίο να αφαιρείται μετά ένα ποσό που να αντιστοιχεί στην συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος. Η συνυπαιτιότηταπρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως ένα από τα πολλά κριτήρια καθορισμού της ηθικής βλάβης που μπορεί να έχει, κατά περίπτωση, διαφοροποιημένη σημασία και να καθορίζεται ένα ποσό θεωρούμενο ως «εύλογη αποζημίωση» ύστερα από συνυπολογισμό και του συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος. Γίνεται δεκτό ότι ένας ενδεχόμενος αντικειμενικός ή εκ της λειτουργίας κίνδυνος, τον οποίο ούτως ή άλλως και χωρίς πταίσμα φέρει ο ζημιωθείς, συνυπολογίζεται επίσης ως μειωτικός παράγων κατά τον καθορισμό της ηθικής βλάβης.

Τέλος, ζωτικό ρόλο μπορεί να παίξει στην επιμέτρηση της ηθικής βλάβης η συμπεριφορά του ζημιώσαντος και της ασφαλιστικής του εταιρίαςμετά την τέλεση της αδικοπραξίας. Έτσι π.χ. μπορεί να ληφθεί υπόψη, ως μειωτικός του επιδικαζομένου ποσού ηθικής βλάβης παράγων, το γεγονός ότι ο ζημιώσας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μέριμνα για το ζημιωθέντα. Η περίθαλψη του ζημιωθέντος π.χ. σε κλίνη πρώτης θέσης νοσοκομείου ή η μεταφορά αυτού σε νοσοκομεία του εξωτερικού, τα έξοδα της οποίας δε μπόρεσε να καταβάλλει ο ζημιωθείς και γενικά μια άνετη και ενδεδειγμένη ιατρική κούρα η οποία μπορεί να επιφέρει όχι μόνον την θεραπεία ή τη βελτίωση των σωματικών δεινών αλλά και να αποτελέσει μια κάποια εξισορρόπηση της βλαβείσας ψυχικής του καταστάσεως, πρέπει να συνεκτιμάται κατά την επιμέτρηση της ηθικής βλάβης προς όφελος του ζημιωθέντος και γενικά του υπευθύνου.

Σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης αποζημιώσεως κατά την εν λόγω διάταξη (932 ΑΚ) εναπόκειται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας γιατί πρόκειται για κρίση που σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών ισχυρισμών/γεγονότων. Γι’ αυτό και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (Ίδετε ΟλΑΠ 13/2002, ΑΠ 298/2009, 1779/2008, 762/2007/ 196/2007, 163/2007, 1670/2006, 1094/2004, 674/2004, 256/2004, 886/2000 κ.ά.). Στον αντίποδα βρίσκεται, ωστόσο, μερίδα της θεωρίας που επισημαίνει ότι το «εύλογο» ως αόριστη έννοια είναι νομική έννοια στην οποία θα πρέπει να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περίπτωσης και η οποία πρέπει δια της ερμηνευτικής οδού και με βάση αντικειμενικά κριτήρια να εξειδικευθεί, η δε διαδικασία αυτή αποτελεί νομικό ζήτημα, συνεπαγόμενο στον έλεγχο του ΑΠ (Ίδετε ΑΠ 132/2006, Αρμ.2006. 757, Δ2006.877 και Επι.Δικ.Ι.Α. 2006, 230 επ. με σύμφωνο σχόλιο Ι. Σπυριδάκη, αλλά και κριτικές παρατηρήσεις στην απόφαση αυτή από τον Πατεράκη, Ζητήματα ηθικής βλάβης από αδικήματα τελούμενα δια των Μ.Μ.Ε., ΕλλΔνη 2007.13). Να σημειωθεί, πάντως, πως ήδη με την ΑΠ 1178/2009 (ΝοΒ 2009, 1632) παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως γενικότερου ενδιαφέροντος, το ζήτημα της υπαγωγής ή μη της κρίσεως για το «εύλογο» στον αναιρετικό έλεγχο και αναμένεται η σχετική απόφαση.  

Όμως πρέπει να αποφύγουμε να καταστεί ο ΑΠ τριτοβάθμιο δικαστήριο και ούτε εφικτό είναι να κατηγοριοποιήσουμε το ποσό ανάλογα με την υφιστάμενη προσβολή (π.χ. σπασμένο χέρι – αξία 300 € για ηθική βλάβη) αφού κάθε περίπτωση είναι απολύτως μοναδική. Πρέπει λοιπόν αυτό το «εύλογο» να συνάδει κάθε φορά με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε περίπτωσης και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα παραπάνω κριτήρια, ώστε να λειτουργεί αποτελεσματικά – όσο περισσότερο γίνεται – ο θεσμός της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.  

ΒιβλιογραφίαΚρητικός Αθ.: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα (1992 και Συμπληρώματα)Κωσταρά Γ.: Νομική φύσις της χρηματικής ικανοποιήσεως δι’ ηθικήν βλάβην κατ’ ΑΚ ΕΕΝ 43.501 επ. Μαρκογιάννη: Περί ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, Επιθ. Συγκ. Δικ. 1974.94  Πατεράκης Στ.: Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (1995)Σταθόπουλος Μιχ.: Αναλογικότητα, εύλογη αποζημίωση και αναιρετικός έλεγχος, ΝοΒ 58.53

Νομικά Θέματα » Αυτοκίνητα Χρηματική Ικανοποίηση


    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης νέα Αχαΐας Κιλκίς Φθιώτιδας Αμφίκλεια Ελάτεια Δάφνη Υμηττός Ηράκλειο Κηφισιά Μεγίστη Παγγαίο Σαρωνικός Φλώρινα Πρωτοσέλιδα Θεσσαλίας νέα Εύβοιας Λασιθίου Άβδηρα Άργος Μυκήνες Δυτική Αχαϊα Ιθάκη Κύθηρα Μυλοπόταμος Πάτρα Σκύδρα Χίος Ειδήσεις Στερεά Ελλάδα Θεσπρωτία Πέλλα Αιγιαλεία Βισαλτία Ερμιονίδα Κάντανος Σέλινο Λήμνος Νέστος Πρέσπες Τέμπη Ειδήσεις Αττική Βοιωτία Κοζάνη Φλώρινα Ανατολική Μάνη Δεσκάτη Θέρμη Κίμωλος Μέτσοβο Παλαιό Φάληρο Σέρρες Φυλή Ιονίων Νήσων νέα Ευρυτανίας Λέσβου Αγιά Αρριανά Δωδώνη Ίλιον Κύμη Αλιβέρι Νάξος και Μικρές Κυκλάδες Πειραιάς Σούλι Ψυχικό Φιλοθέη
Κεντρικής Μακεδονίας νέα Ζακύνθου Λευκάδας Αγία Παρασκευή Αρχαία Ολυμπία Έδεσσα Ιωάννινα Λαγκαδάς Ναύπακτος Πεντέλη Σοφάδες Ωρωπός Πρωτοσέλιδα
Copyright © 2017 All rights reserved Αττική Κεφαλονιά Τρίκαλα Αμύνταιο Γρεβενά Ηράκλειο Κεφαλλονιά Μέγαρα Ορχομενός Σάμος Φιλιάτες developed and powered by WGR