Απόρριψη έφεσης Δημοσίου

ΠΗΓΗ: http://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/16493

Αριθμός 19/2013

 ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
 
  Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
 Σκέφτηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, η οποία νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση  ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της 307/2012 προδικαστικής απόφασης και  την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με αυτή και για την οποία καταβλήθηκε παράβολο ύψους πέντε  ευρώ με την κατάθεση της προσφυγής (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ..., ειδικό έντυπο  παραβόλου) και συμπληρωματικό παράβολο ύψους εκατό ευρώ (βλ. το υπ΄αρ. ..., Σειρά ...,  ειδικό έντυπο παραβόλου), ο προσφεύγων επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ΄ αριθ. 684/30.12.2005  απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, με την οποία καταλογίστηκε  σε βάρος του συνολικό πρόστιμο ύψους 129.129,00 ευρώ, λόγω αποδιδόμενων σε αυτόν  παραβάσεων του π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.), για τη διαχειριστική περίοδο από 1.1. έως 31.12.1998.
 
2. Επειδή με το άρθρο 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Κ.Διοικ.Δ.)  καθιερώνεται η υποχρέωση καταβολής παραβόλου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της  προσφυγής (παράγραφος 1), η δε τύχη του (κατάπτωση, διπλασιασμός ή απόδοση στον  προσφεύγοντα) συναρτάται με την έκβαση και τις εν γένει περιστάσεις της δίκης, κατά τους  ειδικότερους ορισμούς των σχετικών διατάξεων του ιδίου αυτού άρθρου. Οπως δε έχει κριθεί (βλ.  ΣτΕ 1658, 1583, 1206/2011, 3409/2010, 3470/2007 κ.α.), η υποχρέωση καταβολής του  παραβόλου αποβλέπει στην αποτροπή άσκησης απερίσκεπτων ένδικων βοηθημάτων και,  συνακόλουθα, στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και την αποτελεσματική απονομή της  δικαιοσύνης και ως τέτοια, δεν αντίκειται στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 και  στις διατάξεις του άρθρου 6 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης  των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό (πρβλ. ΑΕΔ 33/1995, ΟλΣτΕ  4575/1995, 193/2009, 723/2008), δεν αποκλείεται καταρχάς στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να  θεσπίζει το πρώτον δικονομικές προϋποθέσεις (όπως η υποχρέωση καταβολής παραβόλου) ή να  τροποποιεί τους όρους αυτών (όπως με την αναπροσαρμογή αυτού), αρκεί να μη γίνεται υπέρβαση  των ορίων εκείνων, πέρα από τα οποία επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του  προστατευόμενου από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος ατομικού δικαιώματος  Αυτή δε η ευχέρεια δύναται να έχει καταρχάς και αναδρομικό χαρακτήρα, αφού η θέσπιση  διατάξεων νόμων με αναδρομική ισχύ, μη απαγορευόμενη με γενική και ρητή διάταξη του  Συντάγματος, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρα 7 παρ. 1, 78 παρ. 2 κ.λ.π.), πρέπει να  θεωρηθεί καταρχάς επιτρεπόμενη, εφόσον η αναδρομή δεν θίγει δικαιώματα προστατευόμενα από  τις διατάξεις του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 1035/1996) Ετσι, με την αναδρομική εφαρμογή διάταξης  δεν θα πρέπει να δημιουργούνται καταστάσεις διαφορετικής μεταχείρισης ουσιωδώς ομοίων  περιπτώσεων, χωρίς να συντρέχει προφανής δικαιολογητικός λόγος δημοσίου συμφέροντος, διότι  με αυτό τον τρόπο θίγεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα της ισότητας της  δικονομικής μεταχείρισης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
 
3. Επειδή, εξάλλου, το ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της  προσφυγής είχε ορισθεί σε 1.500 δραχμές (ήδη 4,5 Ευρώ) (άρθρο 277 παράγραφος 2, περίπτωση  α΄ του Κ.Διοικ.Δ.). Στη συνέχεια, τούτο αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 35 του ν. 3659/2008 (Α΄  77) σε 25 Ευρώ και ίσχυε (η αναπροσαρμογή) για τα ένδικα βοηθήματα που ασκούνται μετά την  έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (από 8-6-2008 και εντεύθεν). Με την παράγραφο 1 του άρθρου  45 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης  και άλλες διατάξεις», τροποποιήθηκε η ως άνω παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 277 και το  ύψος του παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής ορίσθηκε σε 100  Ευρώ και ειδικώς για τις διαφορές από άσκηση προσφυγής ασφαλισμένου σε φορέα κοινωνικής  ασφάλισης σε 25 Ευρώ, ενώ με την παράγραφο 2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010 ορίσθηκε  επιπλέον ότι η παράγραφος 2, όπως τροποποιείται, ισχύει και για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη  ισχύος του νόμου αυτού διαφορές και το τυχόν επιπλέον οφειλόμενο παράβολο στις διαφορές  αυτές καταβάλλεται μέχρι την πρώτη συζήτηση του ένδικου βοηθήματος.
 
4. Επειδή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το ανακαθορισθέν ποσό των εκατό  (100) ευρώ, που πρέπει να καταβληθεί για την προσφυγή μέχρι την πρώτη συζήτηση της  υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 277 του Κ.Διοικ.Δ., δεν είναι κατά  κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παρεμποδίζει το δικαίωμα του  διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου και  λαμβανομένου υπ’ όψη ότι, αν δεν προσκομισθεί το σχετικό αποδεικτικό ως την πρώτη συζήτηση,  ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 139Α, που παρέχει στον διάδικο την ευχέρεια,  ενημερωνόμενος σχετικά, να καταβάλει το ελλείπον παράβολο, ώστε να μην απορριφθεί το ένδικο  βοήθημά του ως απαράδεκτο, η υποχρέωση καταβολής του ως άνω ποσού παραβόλου δεν  αντίκειται στα περί παροχής δικαστικής προστασίας άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1  της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της αναλογικότητας. Εξ άλλου, κατά την ίδια πάντα γνώμη, εν όψει του  ως άνω ύψους παραβόλου, ούτε η μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 45 παρ. 2 του ν. 3900/2010,  καθ’ ό μέρος προβλέπει την καταβολή του εν λόγω παραβόλου για όλες τις προσφυγές, οι οποίες,  ανεξαρτήτως του χρόνου ασκήσεώς τους, συζητούνται υπό την ισχύ του νόμου αυτού, θίγει το  δικαίωμα του διαδίκου προς παροχή έννομης προστασίας, διότι το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείει  κατ΄ αρχήν στο νομοθέτη την μεταβολή, επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, των όρων  εκδικάσεως των ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και, συγκεκριμένα να επιβάλει την καταβολή  προσθέτου παραβόλου ως προϋπόθεση του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου  δοθέντος, άλλωστε, ότι και στις υποθέσεις που ήσαν εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του ν.  3900/2010 και εισάγονται προς συζήτηση υπό την ισχύ του, αν δεν προσκομισθεί αποδεικτικό  καταβολής παραβόλου μέχρι την πρώτη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το ένδικο  βοήθημα ή μέσο δεν απορρίπτεται άνευ ετέρου ως απαράδεκτο, αλλά κατά την έννοια της ως άνω  μεταβατικής διατάξεως της παρ.2 του άρθρου 45 του ν. 3900/2010και δή του δευτέρου εδαφίου  της, ερμηνευομένης σε συνδυασμό προς την παγία διάταξη της παρ.1 του άρθρου 277 του Κώδικα  Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 22 παρ 7 του ν. 3226/2004,  εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 139Α του εν λόγω Κώδικα (ΟλΣτΕ 601/2012).

 5. Επειδή, κατά τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου Ασπασίας Καλαφάτη, η υποχρέωση  καταβολής παραβόλου, συνδεόμενη με την επιβολή οικονομικού βάρους, διαφοροποιείται  ουσιωδώς από τις λοιπές δικονομικές προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν για το  παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής (πρβλ. ΕΣ 187/2011). Και ναι μεν  στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας δεν υπάρχει ειδική διάταξη διαχρονικού δικαίου που να διέπει  εν γένει το παραδεκτό των ενδίκων βοηθημάτων (όπως αντιθέτως υπάρχει για το παραδεκτό των  ενδίκων μέσων, βλ. σχετικά άρθρο 83 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ., ΣτΕ 3521/2009) και, ειδικότερα, την  περίπτωση μεταβολής του νομοθετικού καθεστώτος για την καταβολή παραβόλου, είτε με τη  θέσπιση το πρώτον τέτοιας υποχρέωσης είτε με την κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή του ήδη  προβλεπομένου παραβόλου, ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στην περίπτωση του παραβόλου  εφαρμόζεται αναλογικά ο κανόνας του διαχρονικού δικαίου που αφορά τα οικονομικά βάρη εν  γένει και συνδέεται με το χρόνο γέννησης της σχετικής υποχρέωσης. Ενόψει των ανωτέρω, κατά  την ίδια πάντα γνώμη, εφαρμοστέος είναι καταρχάς ο κανόνας διαχρονικού δικονομικού δικαίου,  κατά τον οποίο χρόνος γέννησης της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου είναι αυτός της άσκησης  του ενδίκου βοηθήματος της προσφυγής, κατά τον οποίο ο ασκών αυτήν προσφεύγει ενώπιον του  δικαστηρίου και αιτείται την παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, ως ο πλέον πρόσφορος για  την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την καθιέρωση της υποχρέωσης καταβολής  παραβόλου, όπως αυτός εκτίθεται στη σκέψη 2 της παρούσας (δηλαδή της αποτροπής άσκησης  απερίσκεπτων και αστήρικτων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων). Ωστόσο, με την παράγραφο 2  του άρθρου 45 του νόμου 3900/2010 ορίσθηκε ρητώς ότι η αναπροσαρμογή των παραβόλων  καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και, επομένως εφαρμόζεται αναδρομικά και για τις  προσφυγές εκείνες που κατατέθηκαν είτε πριν την 8-6-2008 (χρόνος έναρξης ισχύος των  διατάξεων του ν. 3659/2008) είτε μετά την ως άνω χρονολογία έως τις 31-12-2010 και δεν έχουν  ακόμη συζητηθεί. 
 
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, η ως άνω διάταξη υιοθετεί την αρχή ότι η  επιβολή οικονομικού βάρους και κατ' επέκταση η υποχρέωση καταβολής παραβόλου εξαρτάται  από το τυχαίο κριτήριο του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, που εκφεύγει της σφαίρας δράσης  και επιρροής του προσφεύγοντος, αφού ο χρόνος συζήτησης μιας υπόθεσης, ως κριτήριο  εφαρμογής αναδρομικής διάταξης που αφορά την καταβολή επαυξημένου παραβόλου, συναρτάται  με θέματα εσωτερικής λειτουργίας του κάθε Διοικητικού Πρωτοδικείου ξεχωριστά και δημιουργεί  αδικαιολόγητα άνισες καταστάσεις μεταξύ εκείνων που, αν και έχουν προσφύγει ταυτοχρόνως, η  συζήτηση της υπόθεσής τους προσδιορίζεται σε διαφορετικό χρόνο. Υπό την έννοια αυτή, κατά  την ίδια πάντα γνώμη, η αναδρομικότητα της εν λόγω διάταξης (παράγραφος 2 του άρθρου 45  του ν. 3900/2010) θίγει τη συνταγματικώς κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας των διαδίκων  ενώπιον του νόμου και δη, το δικαίωμα των διαδίκων που έχουν ασκήσει προσφυγή σε χρόνο πριν  την 31-12-2010 και η προσφυγή αυτή δεν έχει ακόμη συζητηθεί, σε σχέση με εκείνους τους  διαδίκους που ομοίως άσκησαν προσφυγή σε χρόνο πριν την 31-12-2010 και η προσφυγή τους  έχει ήδη συζητηθεί, προσβάλλοντας έτσι, κατ’ επέκταση και το δικαίωμα παροχής έννομης  προστασίας και, συνεπώς, καθ’ ό μέρος επιβάλλει αναδρομικά αυξημένο πάγιο παράβολο σε  εκκρεμείς υποθέσεις, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθώς και  του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Περαιτέρω,  κατά την ίδια πάντα γνώμη, μετά τις δύο διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις που  προαναφέρθηκαν (ήτοι, του άρθρου 35 του ν. 3659/2008 και του άρθρου 45 του ν. 3900/2010),  το ύψος του παραβόλου του άρθρου 277 παρ. 1 του Κ.Διοικ.Δ., από τις 8-6-2008 και εντεύθεν  εικοσαπλασιάστηκε (από 4,5 ευρώ σε 100 ευρώ). Ομως, κατά την κοινή πείρα, όπως αυτή  διαμορφώνεται από τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στη Χώρα, η αναπροσαρμογή αυτή  αποτελεί περιορισμό που οδηγεί στον αποκλεισμό ουσιαστικά του δικαιώματος πρόσβασης στο  Δικαστήριο, προσβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό τον πυρήνα του δικαιώματος σε έννομη  προστασία και στερώντας τον πολίτη από τον φυσικό του Δικαστή. Τούτο διότι, μετά την ψήφιση  και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας» (βλ. ν.3845/2010-1ο Μνημόνιο  και 47 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα, ν. 4046/2012-2ο Μνημόνιο και 58 εφαρμοστικά αυτού  νομοθετήματα, ν.4093/2012-3ο Μνημόνιο και 20 εφαρμοστικά αυτού νομοθετήματα), τα ειδικά  μισθολόγια -τα οποία απαρτίζουν το 1/3 της δαπάνης για μισθούς του δημοσίου, κατά τα  αναγραφόμενα στο Παράρτημα V-1 του ν. 4046/2012- μειώθηκαν σε ποσοστά έως και 35% (ν.  4093/2012), με αντίστοιχες μειώσεις και στους συνταξιούχους των ειδικών μισθολογίων από 14-2- 2012 (σχετική η 6/28-2-2012 Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση  του ν. 4046/2012), οι νέοι μισθοί στο δημόσιο έχουν διαμορφωθεί σε 780 € μικτά μηνιαίως (για το  νεοδιοριζόμενο ΥΕ) (βλ. ν. 4024/2011), στον ιδιωτικό τομέα έχουν διαμορφωθεί σε 417 € καθαρά  για τον εργαζόμενο έως 25 ετών (μικτά 510,95 €), σε 586 € μικτά για τον εργαζόμενο άνω των 25  ετών, το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη ανέρχεται σε 22,8 € μικτά για τον εργαζόμενο έως  25 ετών, σε 26,18 € (έναντι του 33,5 € που ίσχυε έως τότε) για τον εργαζόμενο άνω των 25 ετών  και η κατώτατη σύνταξη ανέρχεται σε 487 €. Παράλληλα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα (σε  μονάδες αγοραστικής δύναμης) το 2009 ανήλθε σε 94, το 2012 σε 75,2 και το 2013 σε 71,9 (Πηγή  Ευρωπαϊκή Επιτροπή), σύμφωνα δε με την από 2-11-2012 μελέτη της Ελληνικής Στατιστικής  Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) σχετικά με τις Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, το 27,7% των Ελλήνων  βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας, ενώ η Ελλάδα είναι η δεύτερη σε φτώχεια χώρα της  Ευρώπης και το ποσοστό της ανεργίας της έχει διαμορφωθεί σταθερά άνω του 26% (βλ. σχετική  έκθεση περί της ανεργίας στην Ελλάδα της ΕΛΣΤΑΤ). Τέλος, η διεύρυνση και επιβάρυνση της  φορολογικής βάσης, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο το δημόσιο χρέος, με σειρά  νομοθετημάτων (ενδεικτικώς, άρθρο 4 του ν. 3845/2010 για αύξηση του ΦΠΑ από 19% σε 23%,  από 9% σε 11%, αύξηση 15% της βενζίνης, επιβολή του ειδικού τέλους του ν. 4091/2011,  επαναφορά τεκμηρίων διαβίωσης στα αυτοκίνητα και τα ακίνητα, άρθρο πρώτο παρ. Ε-2-7του ν.  4093/2012 για αύξηση του φόρου κατανάλωσης βιομηχανοποιημένων καπνών κατά 10%, άρθρο  38 του ν. 3986/2011 για επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης) έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της  φοροδοτικής ικανότητας του πληθυσμού (σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, κατά το 2011 τα  συνολικά φορολογικά έσοδα στην Ελλάδα, έφθασαν στο 31% του ΑΕΠ, συμπεριλαμβανομένων και  των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, ενώ το 2013 θα ανέλθουν στο 36,4% του ΑΕΠ), ενώ από  πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ το δημόσιο χρέος δεν θα είναι βιώσιμο και διαχειρίσιμο ούτε και το  έτος 2020 (που θα ανέλθει στο 129,36% του ΑΕΠ, βλ. πίνακα Εκτίμηση εξέλιξης του δημόσιου  χρέους 2008-2035, πηγή OECD, Economic Survey of Greece 2011). Ενόψει των ως άνω  ενδεικτικών δεδομένων, κατά τη γνώμη πάντα της μειοψηφίας, κρίνεται ότι το ύψος του  παραβόλου, -το οποίο σήμερα, ενδεικτικώς, απαιτεί 4-5 ημερομίσθια, άλλως αντιστοιχεί στο 1/7  του (μικτού) κατώτατου μισθού του νεοδιοριζόμενου δημοσίου υπαλλήλου, στο 1/5 του (μικτού)  μισθού του ανειδίκευτου εργάτη και στο 1/5 της κατώτατης (μικτής) σύνταξης-, είναι, κατά την  κοινή πείρα, αποτρεπτικό και καθιστά από μόνο του (πολλώ δε μάλλον σε συνδυασμό με τα λοιπά  δικαστικά δαπανήματα) δυσχερή έως αδύνατη την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και δη την κατάθεση  ένδικων βοηθημάτων στα πρωτοβάθμια διοικητικά δικαστήρια από το συντριπτικά μεγαλύτερο  μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Έτσι, όμως, θίγει άμεσα τον πυρήνα του σχετικού  συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. του Συντάγματος, αλλά  αντίκειται ωσαύτως στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης (Ευρωπαϊκής Σύμβασης των  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) (πρβλ. απόφαση της 24-5-2006, υπόθεση Weissman κατά  Ρουμανίας) και, τέλος, στο άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Και ναι μεν με την ΟλΣτΕ 601/2012 κρίθηκε ότι το αναπροσαρμοσθέν κατά τα ανωτέρω  παράβολο «…δεν είναι κατά κοινή πείρα τέτοιου ύψους ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι  παρεμποδίζει το δικαίωμα του διοικούμενου να προσφύγει ενώπιον των διοικητικών  δικαστηρίων», ωστόσο, η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου συζητήθηκε σε τέτοιο  χρόνο (χρόνος συζήτησης η 7-10-2011, χρόνος διάσκεψης η 20-1-2012), που δεν είχαν  δημοσιευθεί και τεθεί σε εφαρμογή οι προαναφερόμενοι νόμοι4046/2012 (Δεύτερο Μνημόνιο) και  4093/2012 (Τρίτο Μνημόνιο) και οι 78 εφαρμοστικοί αυτών, ούτε είχαν δημοσιευθεί στοιχεία που  άπτονται του βιοτικού επιπέδου και της οικονομικής και φοροδοτικής δυνατότητας της  συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών της Χώρας, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων που  υιοθετήθηκαν από το 2010 και εντεύθεν, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν.

6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, αποτελούσε  προϋπόθεση του παραδεκτού της κρινόμενης προσφυγής η συμπληρωματική καταβολή του  παραβόλου των 95,00 € από τον προσφεύγοντα, το οποίο παραδεκτώς προσκομίσθηκε, ενώ, κατά  τη γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου, δεν ήταν προϋπόθεση για το παραδεκτό της κρινόμενης  προσφυγής η προσκόμιση επιπλέον παραβόλου, καθόσον αρκούσε το αρχικώς κατατεθέν  παράβολο ύψους 4,5 €, λόγω του χρόνου άσκησης αυτής (13-6-2007). Εξάλλου, κατά τα λοιπά,  παραδεκτώς ασκήθηκε η κρινόμενη προσφυγή, η οποία είναι εξεταστέα κατ’ ουσίαν.

7. Επειδή, περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου ασκήθηκε η με αριθμό 1/4-3-2008 πρόσθετη  παρέμβαση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, του ......................... Η παρέμβαση  αυτή πρέπει να εξετασθεί ως προς την προϋπόθεση του αν ο ασκήσας αυτήν έχει έννομο συμφέρον  προς τούτο.
 
8. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 113 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίζεται ότι  «Σε δίκη που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση προσφυγής ή αγωγής, μπορεί να παρέμβει τρίτος, προς  υποστήριξη του διαδίκου υπέρ του οποίου έχει έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη». Από την  παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης  είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης  όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η  δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης από το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα και τη  διαπλαστική ενέργεια της εκδοθησόμενης απόφασης (πρβλ. ΣτΕ 930/2011, ΔΕΑ 1254/2009). 

9. Επειδή, στη προκειμένη περίπτωση, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο προσφεύγων και ο  παρεμβαίνων, δραστηριοποιούμενοι και οι δύο στο χώρο των κατασκευών, είχαν από 7-11-1997  συμμισθώσει κατάστημα επί της οδού .............. , αριθμός .. στην Κόρινθο. Το έτος 1998 ο  προσφεύγων ανέλαβε χωρίς διαγωνισμό, με την ιδιότητα του υπεργολάβου, έναντι της εργοδότριας  εταιρείας με την επωνυμία ............................ στα πλαίσια του έργου «Εκσυχρονισμός  Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης», αφενός την υπεργολαβία των αλουμινοκατασκευών του  Δικαστικού Μεγάρου και αφετέρου την απομάκρυνση των παλαιών και την τοποθέτηση νέων  υαλοστασίων. Για τη διεκπεραίωση του ως άνω έργου, το οποίο περαιώθηκε το έτος 1999, ο  προσφεύγων και ο παρεμβαίνων συνήψαν μεταξύ τους άτυπη συνεργασία. Το έτος 2005  διενεργήθηκε έλεγχος της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν παραβάσεις και  εκδόθηκαν πράξεις επιβολής προστίμου σε βάρος του προσφεύγοντος, μεταξύ των οποίων και η  προσβαλλόμενη. Ακολούθησε σειρά μηνύσεων, αγωγών αποζημίωσης λόγω ψευδούς  καταμήνυσης, αιτήσεις για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κλπ μεταξύ του προσφεύγοντος και του  παρεμβαίνοντος, σύμφωνα δε με διενεργηθείσα στα πλαίσια της ανάκρισης γραφολογικής  πραγματογνωμοσύνης, φαίνεται ότι στα υπ΄ αριθ. 4 και 5/1998 τιμολόγια της εταιρείας του  προσφεύγοντος, με αφορμή τα οποία (μεταξύ άλλων) διενεργήθηκε έλεγχος από τη διάδικη  φορολογική αρχή και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, δεν έχει τεθεί η υπογραφή του  προσφεύγοντος από τον ίδιο, αλλά σε ελεύθερη απόδοση από το χέρι του παρεμβαίνοντος, χωρίς ο  πρώτος να έχει δώσει στο δεύτερο, για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, εντολή υπογραφής στο  όνομά του οποιωνδήποτε φορολογικών στοιχείων ή άλλων εγγράφων. 

Για το λόγο δε αυτό, ο  προσφεύγων ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τα ένδικα πρόστιμα έπρεπε να επιβληθούν σε βάρος  του παρεμβαίνοντος ............. , ο οποίος, αφού υπεξήγαγε τα έγγραφα της εταιρείας του και  εξέδωσε όλα τα σχετικά με το έργο της.............................τιμολόγια, πλαστογραφώντας την υπογραφή  του, στη συνέχεια εισέπραξε φορολογητέο εισόδημα για το οποίο δεν φορολογήθηκε. Αντίθετα, ο  παρεμβάς ισχυρίζεται ότι νομίμως επιβλήθηκε σε βάρος του προσφεύγοντος το ένδικο πρόστιμο,  προβάλλει δε ότι έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρέμβασης, καθώς η κρινόμενη  προσφυγή περιέχει ψευδείς και συκοφαντικούς σε βάρος του ισχυρισμούς.
 
10. Επειδή, ενόψει των όσων εκτέθηκαν στις σκέψεις 7 και 8 της παρούσας, η υπό κρίση  πρόσθετη παρέμβαση δεν ασκείται με έννομο συμφέρον και πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτη.  Τούτο διότι, από την τυχόν παραδοχή από το Δικαστήριο της επικαλούμενης από τον  προσφεύγοντα υπεξαγωγής των εγγράφων της εταιρίας του και πλαστογραφίας της υπογραφής  του από τον παρεμβαίνοντα, στα σχετικά με το έργο της.................................. τιμολόγια,  ο παρεμβαίνων κανένα συμφέρον δεν εξαρτά, αφού το ζήτημα αυτό (υπεξαγωγής εγγράφων και  πλαστογραφίας) δεν μπορεί, ως πραγματικό περιστατικό, να καλυφθεί από το δεδικασμένο της  απόφασης που θα εκδοθεί από το Δικαστήριο τούτο, καθόσον δεν αφορά σε ορισμένο ουσιαστικό  ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα, που μόνο αυτό καλύπτεται από δεδικασμένο κατ’ άρθρο  197 του ΚΔιοικΔ και επομένως, από τυχόν σχετική κρίση του Δικαστηρίου τούτου για το ζήτημα  αυτό, δεν δημιουργείται σε βάρος του νομική υποχρέωση.

11. Επειδή, ο ν.3259/2004 «Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση  ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 149/4.8.2004), ορίζει, στο άρθρο 1 ότι «Με τις  διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου καθορίζεται προαιρετικός, ειδικός τρόπος επίλυσης των  φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις ανέλεγκτες φορολογικές υποθέσεις, με σκοπό  την περαίωσή τους», στο άρθρο 3 ότι «Στη ρύθμιση που καθορίζεται με τα άρθρα 1 έως και 11  υπάγονται οι εκκρεμείς υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων  επιτηδευματιών οι οποίες αφορούν διαχειριστικές περιόδους που έκλεισαν μέχρι και τις 31.12.2002.  Για την υπαγωγή στη ρύθμιση ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται εκείνες που, μέχρι την ημερομηνία  κατάθεσης του παρόντος : α) Δεν έχει αρχίσει ο έλεγχος ή έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί β)  Έχει εκδοθεί Φύλλο Ελέγχου ή Πράξη Αποτελεσμάτων, αλλά δεν έχει οριστικοποιηθεί γ) Εκκρεμούν  στα Διοικητικά Δικαστήρια Α΄ και Β΄ Βαθμού δικαιοδοσίας και δεν έχουν συζητηθεί στο  ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ….», στο άρθρο 5 ότι «Η κατά τις παρούσες  διατάξεις περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών  αντικειμένων γίνεται με τους πιο κάτω όρους και προϋποθέσεις: 1. Περαιώνεται υποχρεωτικά η  πρώτη κατά σειρά ανέλεγκτη και οι συνεχόμενες με αυτή ανέλεγκτες υποθέσεις που υπάγονται στη  ρύθμιση του νόμου αυτού. 2. Περαιώνονται υποχρεωτικά όλες οι υπαγόμενες στη ρύθμιση  ανέλεγκτες υποθέσεις, μη επιτρεπομένης της περαίωσης ορισμένων από αυτές. 3. Μαζί με την  περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων φόρου εισοδήματος και λοιπών φορολογιών, ο  επιτηδευματίας πρέπει να αποδεχθεί και την περαίωση των εκκρεμών Πράξεων Προστίμων Κ.Β.Σ.  που αφορούν τις υποθέσεις αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8. 4. Ο ενδιαφερόμενος  αποδέχεται τη βεβαίωση και καταβολή της συνολικής οφειλής φόρου που προκύπτει από το  εκκαθαριστικό σημείωμα του άρθρου 9, χωρίς να συμψηφίζεται ή εκπίπτεται ο φόρος που  βεβαιώθηκε με βάση τις οικείες δηλώσεις που υποβλήθηκαν ή τα ποσά …. 5.  Με την υπογραφή της  προβλεπόμενης από την παράγραφο 4 του άρθρου 9 πράξης, καταβάλλεται υποχρεωτικά ποσοστό  δέκα τοις εκατό (10%) της συνολικής οφειλής φόρου εισοδήματος, Φ.Π.Α. και προστίμων Κ.Β.Σ.  που περαιώνονται με τις παρούσες διατάξεις. 6. …», στο άρθρο 6 ότι «1. Η περαίωση καθεμιάς  ανέλεγκτης υπόθεσης φορολογίας εισοδήματος πραγματοποιείται με τη βεβαίωση φόρου επιπλέον  εκείνου που βεβαιώθηκε με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υποβλήθηκε. Ο επιπλέον  αυτός φόρος υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων. 2…», στο άρθρο  7 ότι «1. Η περαίωση καθεμιάς ανέλεγκτης υπόθεσης φορολογίας εισοδήματος συνεπάγεται  αυτοδίκαια και την περαίωση ως ειλικρινών των ανέλεγκτων υποθέσεων των λοιπών φορολογικών  αντικειμένων…»  και στο άρθρο 9 ότι  «1. Για την υλοποίηση της περαίωσης των εκκρεμών  υποθέσεων ο προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., με την επιφύλαξη των οριζομένων στην  παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, συντάσσει Απογραφικό Δελτίο στο οποίο περιέχονται όλα τα  κατά περίπτωση αναγκαία δεδομένα για την εφαρμογή του παρόντος νόμου. Στη συνέχεια με βάση  τα δεδομένα αυτού του σημειώματος εκδίδεται εις διπλούν Μηχανογραφημένο Εκκαθαριστικό  Σημείωμα, το οποίο περιέχει για καθεμία υπόθεση και τα ακόλουθα στοιχεία: α) την αρμόδια Δ.Ο.Υ,  και τον Κωδικό της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπεβλήθη η τελευταία ανέλεγκτη χρήση, β) τα οικονομικά  έτη που εκκρεμούν, γ) τη νομική μορφή της επιχείρησης και την κατηγορία βιβλίων, δ) τα  δηλούμενα ακαθάριστα έσοδα, ε) την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη ή άλλη παράβαση Κ. Β. Σ.  από τις αναφερόμενες στην περίπτωση 5 του άρθρου 2, στ) τα δηλούμενα καθαρά κέρδη, ζ) τον  προβλεπόμενο μοναδικό Σ.Κ.Κ., η) το μέσο σταθμικό Συντελεστή Φ.Π.Α, θ) τη βάση υπολογισμού  του φόρου, ι) το Συντελεστή του φόρου περαίωσης, ια ) το ποσό του φόρου περαίωσης, ιβ) τη  διαφορά του Φ.Π.Α. με βάση την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, ιγ) τη διαφορά του Φ.Π.Α. από  τυχόν επαναπροσδιορισμό του Πιστωτικού Υπολοίπου ή τον μη αποδοθέντα Φ.Π.Α …ιδ) το σύνολο  του φόρου περαίωσης κατά χρήση και το σύνολο της οφειλής ιε) το ποσοστό δέκα τοις εκατό  (10%) της συνολικής οφειλής που πρέπει να καταβληθεί με την υπογραφή της πράξης περαίωσης …  4. Ο επιτηδευματίας, εφόσον επιθυμεί να περαιώσει τις ανέλεγκτες υποθέσεις του, προσέρχεται  στον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που αναγράφεται στο Μηχανογραφημένο Εκκαθαριστικό Σημείωμα,  συμπληρώνει τις οικείες ενδείξεις και επί του Σημειώματος αυτού συντάσσεται σχετική πράξη, η  οποία υπογράφεται από τον ίδιο και τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κατά την υπογραφή της πράξης  καταβάλλεται υποχρεωτικώς το δέκα τοις εκατό (10%) του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος,  Φ.Π.Α. και τυχόν προστίμου Κ.Β.Σ.. Η υπογραφή από τον επιτηδευματία αυτής της πράξης  συνεπάγεται την ανεπιφύλακτη και αμετάκλητη αποδοχή του περιεχομένου του  Μηχανογραφημένου Εκκαθαριστικού Σημειώματος, καθώς και όλων όσα ορίζονται με τον παρόντα  νόμο σχετικά με την περαίωση των παραπάνω υποθέσεών του. … 5. Η αποδοχή από τον  επιτηδευματία του Εκκαθαριστικού Σημειώματος συνεπάγεται την αυτόματη περαίωση όλων των  δηλώσεων εισοδήματος και λοιπών φόρων που αφορούν τις χρήσεις αυτές και επιφέρει όλα τα  αποτελέσματα της Διοικητικής Επίλυσης της Διαφοράς, τα δε καταβληθέντα στο Δημόσιο  χρηματικά ποσά κατ' εφαρμογή της ρύθμισης αυτής δεν αναζητούνται. Κατ΄ εξαίρεση των  αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο, σε περίπτωση που μετά την υπογραφή από τον  επιτηδευματία της πράξης αποδοχής του Εκκαθαριστικού Σημειώματος περιέλθουν σε γνώση του  Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. νέα στοιχεία σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του  άρθρου 68 του Ν. 2238/1994, εκδίδεται σύμφωνα με αυτά συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου και  συμψηφίζεται ο καταβληθείς φόρος εισοδήματος και Φ.Π.Α. ...».      

12. Επειδή, στο άρθρο 5 του ν. 2523/1997, ΦΕΚ Α'179/11.9.97, «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις  στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι :
«1. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις  του Κώδικα βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992 ΦΕΚ 84 Α`) τιμωρείται με πρόστιμο που  προσδιορίζεται κατ` αντικειμενικό τρόπο … 5. Κατ` εξαίρεση, δεν επιβάλλεται πρόστιμο όταν: … η)  πρόκειται για υποθέσεις που έχουν ήδη ελεγχθεί με τακτικό φορολογικό έλεγχο και έχουν εκδοθεί  οριστικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού του φόρου στη φορολογία εισοδήματος και στο  Φ.Π.Α. ή για υποθέσεις που έχουν περαιωθεί ως προς τις φορολογίες αυτές με οποιονδήποτε τρόπο,  με εξαίρεση τις περιπτώσεις για τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων  68 παρ. 2 του ν. 2238/1994 και 39 παρ. 3 του ν. 1642/1986…». 
 
Περαιτέρω, στο άρθρο 68 του  Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994, ΦΕΚ Α΄151) ορίζεται ότι : 
«1. Με βάση τα  αποτελέσματα του ελέγχου ο προϊστάμενος της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα  ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, τόσο γι` αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι  αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση … 2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό,  δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από  συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του προϊσταμένου  της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου  υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου ή β) η δήλωση που  υποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή. Στις πιο  πάνω περιπτώσεις το νέο φύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισμα του εισοδήματος που  προκύπτει από το προηγούμενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε με βάση τα  πιο πάνω στοιχεία…». 
 
Τέλος, στο άρθρο 39 του ν. 1642/1986 «Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας»  (ΦΕΚ Α΄ 125), ορίζεται ότι :
 «1. Με βάση τα αποτελέσματα του ελέγχου ο οικονομικός έφορος  εκδίδει πράξη προσδιορισμού του φόρου για χρονική περίοδο που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη  από μία διαχειριστική περίοδο … 3. Πράξη προσδιορισμού του φόρου και αν ακόμα έγινε οριστική  δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικής πράξης αν από συμπληρωματικά  στοιχεία που περιήλθαν με οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του οικονομικού εφόρου, μετά την  έκδοση της πράξης, εξακριβώνεται ότι ο φόρος που προκύπτει είναι μεγαλύτερος από αυτόν που  προσδιορίζεται με την αρχική πράξη ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη  συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή».

13.  Επειδή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, για υποθέσεις που έχουν  περαιωθεί ως προς τις φορολογίες εισοδήματος και Φ.Π.Α. με οποιονδήποτε τρόπο, άρα και κατ`  εφαρμογή του ν. 3259/2004, δεν αποκλείεται να διενεργηθεί επανέλεγχος και να επιβληθεί  πρόστιμο για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., αν από συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία περιήλθαν  μεταγενεστέρως στον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τα οποία ο τελευταίος  δεν είχε υπόψη του κατά την περαίωση, προκύπτει φόρος μεγαλύτερος από το φόρο που είχε  προσδιοριστεί αρχικά ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν  αποδεικνύονται ανακριβή. Τέτοια συμπληρωματικά στοιχεία δεν αποκλείεται να είναι επίσημα ή  ανεπίσημα βιβλία και στοιχεία που τηρούν τρίτες επιχειρήσεις ή και άλλα έγγραφα από τα οποία  αποδεικνύεται, κατά την κρίση της φορολογικής αρχής ή των διοικητικών δικαστηρίων, η  εικονικότητα των τιμολογίων που έλαβε ο φορολογούμενος, με συνέπεια να προκύπτει φόρος  μεγαλύτερος από το φόρο που είχε προσδιοριστεί αρχικά ή προκύπτει ότι η δήλωση του  φορολογουμένου ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή.  (πρβλ. ΣτΕ 3951/2011, ΣτΕ 496/2009, ΣτΕ 3296/2008, ΣτΕ 465/2008, ΣτΕ 572/2007, ΣτΕ 304/2003). Από τα ανωτέρω  παρέπεται ότι, αν η υπόθεση έχει περαιωθεί οριστικώς και δεν υπάρχουν συμπληρωματικά στοιχεία  για τη χρήση που περαιώθηκε, η φορολογική Αρχή δεν μπορεί, μετά από έλεγχο στα βιβλία και  στοιχεία του υπόχρεου, να εκδώσει πράξη επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. για τη χρήση αυτή, γιατί η  σχετική έκθεση ελέγχου θα αποτελούσε μη επιτρεπόμενη έκθεση επανελέγχου για την οικεία  χρήση. 

14. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των  οποίων η από 29.12.2005 έκθεση ελέγχου Κ.Β.Σ. και η από 28.12.2005 έκθεση ελέγχου  φορολογίας εισοδήματος των αρμοδίων ελεγκτών της διάδικης φορολογικής Αρχής, προκύπτουν  τα ακόλουθα : Ο προσφεύγων, ο οποίος, κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο 1998,  διατηρούσε επιχείρηση, με κύριο αντικείμενο εργασιών το εμπόριο μεταλλικών κουφωμάτων και  δομικών υλικών και έδρα επί της οδού .................. αριθ. .. στην Κόρινθο και ο οποίος για την  παρακολούθηση των εργασιών της, κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο 1998 (οικονομικό έτος  1999), τηρούσε βιβλία Β΄ Κατηγορίας, προέβη σε περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεών του, για  το ένδικο οικονομικό έτος 1999 (χρήση 1998), κατά τη διαδικασία του ν. 3259/2004. Για την  περαίωση των υποθέσεων αυτών εκδόθηκε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από 18.3.2005  ειδικό εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης ανέλεγκτων υποθέσεων της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, το  περιεχόμενο του οποίου έγινε αποδεκτό με την υπ΄αριθ. 4246/14.6.2005 Α.Τ.Β., οπότε και  εξοφλήθη το σχετικώς βεβαιωθέν ποσό. Μετά από αυτά, διαβιβάστηκε στη διάδικη φορολογική  Αρχή, το υπ΄αριθ. πρωτ. 5156/12.9.2005 Δελτίο Πληροφοριών του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού  Κέντρου Αθηνών, -τo οποίο σημειωτέον δεν περιλαμβάνονταν στα αποσταλθέντα από τη διάδικη  αρχή στοιχεία του φακέλου- με αφορμή το οποίο διετάχθη, με την υπ΄ αριθμ. Τ16/10.10.2005  εντολή του Προϊσταμένου αυτής, έλεγχος στην επιχείρηση του προσφεύγοντος. Προς τούτο, στις  4.11.2005, η διάδικη φορολογική Αρχή απηύθυνε προς τον προσφεύγοντα πρόσκληση του  άρθρου 66 παρ. 1του Ν. 2238/1994, περί προσκομίσεως των τηρουμένων βιβλίων και στοιχείων,  καθώς και των παραστατικών αγοράς και εξόδων των χρήσεων 1998 και 1999. Ο προσφεύγων,  ανταποκρινόμενος στην ως άνω πρόσκληση, προσκόμισε στη Δ.Ο.Υ. Κορίνθου τα ζητηθέντα βιβλία  και στοιχεία για την ένδικη χρήση 1998, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν αφ’ ενός τα  παραστατικά των δαπανών και εξόδων του και αφ’ ετέρου τα με αριθμούς 4 και 5/30-4-1998, 7  και 8/28-7-1998 τιμολόγια πώλησης προς την εταιρία ..................................., αξίας  14.830.08 δραχμών (για κατασκευή και τοποθέτηση αλουμινένιων θυρών, για το έργο  «Εκσυγχρονισμός Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, Αλουμινοκατασκευές), 2.291.426 δραχμών  (για προμήθεια και τοποθέτηση υαλοπετασμάτων Φάση Α΄), 12.313.414 δραχμών (προμήθεια και  τοποθέτηση υαλοπετασμάτων Φάση Δ΄) και 35.050.489 δραχμών (κατασκευή και τοποθέτηση  αλουμινένιων θυρών και δύο αιθρίων, για το έργο «Εκσυγχρονισμός Δικαστικού Μεγάρου  Θεσσαλονίκης, Αλουμινοκατασκευές, εξόφληση 2ου λογαριασμού) αντίστοιχα, ήτοι 4 τιμολόγια,  συνολικής καθαρής αξίας 64.485.451 δρχ και τα οποία είχαν περιληφθεί από τον προσφεύγοντα  στη με αριθμό καταχώρησης 100652/1.5.1999 δήλωση φόρου εισοδήματος χρήσης 1998.  Περαιτέρω, βάσει της από 7-11-2005 συμπληρωματικής πρόσκλησης, προσκόμισε στοιχεία που  είχαν σχέση με τα έργα που είχε αναλάβει ως ανάδοχος σύμβασης κατασκευής του έργου  «Εκσυγχρονισμός Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης» (βιβλίο κατάστασης προσωπικού,  φωτοαντίγραφα της σύμβασης δανείου και του λογαριασμού του με την Τράπεζα,  υπομνηματική αναφορά). Μετά ταύτα, τα ελεγκτικά όργανα : α) επεξεργάστηκαν τα παραστατικά  δαπανών των προμηθευτών του προσφεύγοντος για το έργο «Εκσυγχρονισμός Δικαστικού  Μεγάρου», τα οποία είχε ο ίδιος προσκομίσει, β) προέβησαν σε αντιπαραβολικό έλεγχο των  ανωτέρω στοιχείων με τα έγγραφα που ζήτησαν και έλαβαν από το Διαπεριφερειακό Ελεγκτικό  Κέντρο στις 7 και 8-12-2005, αναφορικά με την εταιρία ............................ (καταστατικό,  πιστοποιήσεις, εντολές πληρωμών, επιμετρήσεις, σκαριφήματα), γ) διαπίστωσαν ότι για το έργο  Υαλοπετάσματα και για τα 5 και 7/1998 τιμολόγια εκδόσεως του προσφεύγοντος δεν ετίθετο  ζήτημα ανακρίβειας ή εικονικότητας, δ) διαπίστωσαν ότι για το έργο «Φάση Γ΄ - Ανακατασκευή  δύο στεγάστρων αιθρίων-Αλουμινοκατασκευές», με έγκυρο τελικό λογαριασμό, όπου η δαπάνη για  τις εκτελεσθείσες εργασίες στεγάστρων αιθρίου ανέρχονταν σε 20.119.500 δρχ. και για τα  κουφώματα εισόδου σε 20.605.764 δρχ. και συνολικά σε 40.725.264 δραχμές, δεν υπήρχε  τιμολόγιο έργου και ε) διαπίστωσαν ότι για το ως άνω έργο, για το οποίο απαιτήθηκαν αλουμίνια  αξίας 7.093.016 δρχ., πόρτες αλουμινίου αξίας 868.000 δρχ., κουφώματα εισόδου αξίας 944.277  δρχ. και μεταφορά διαχ/κων αξίας 250.000 δρχ. και συνολικά υλικά αξίας 9.155.293 δρχ, ο  προσφεύγων είχε εκδώσει τα προαναφερόμενα 4/1998 και 8/1998 τιμολόγια προς τη «.....», ότι για  τη μεταφορά των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή  είχαν εκδοθεί τα 7 και 8 δελτία αποστολής (για 221 και 67 τεμάχια κοιλοδοκών, αξίας 4.000.000  δραχμών), τα οποία είχαν μεταφερθεί με την 29 φορτωτική του αυτοκινητιστή Βασίλαινα Θωμά,  ότι τα παραστατικά αγορών επαρκούσαν για να καλύψουν το ποσό των 9.155.293 δραχμών,  όμως το τιμολόγιο αγοράς κοιλοδοκών εκδόσεως ................. αξίας 417.450 δρχ. δεν  επαρκούσε για το σύνολο των κοιλοδοκών. Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων, τα ελεγκτικά  όργανα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων : α) δεν ζήτησε και δεν έλαβε ένα τιμολόγιο  και ένα δελτίο αποστολής ή συνενωμένο τιμολόγιο και δελτίο αποστολής ποσού 4.000.000 δρχ.  (11.739,00 ευρώ) πλέον Φ.Π.Α. για τις αγορασθείσες κοιλοδοκούς από άγνωστο προμηθευτή και  δεν εξέδωσε τουλάχιστον ένα φορολογικό στοιχείο αξίας 11.739,00 ευρώ και δεν το απέστειλε  εντός του επόμενου μήνα από την έκδοσή του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του εκδότη, κατά παράβαση  του άρθρου 12 παρ. 5 του Κ.Β.Σ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του ιδίου  Κώδικα και β) δεν ζήτησε και δεν έλαβε τουλάχιστον ένα τιμολόγιο έργου, ποσού 40.000.000 δρχ.  (117.390,00 ευρώ) πλέον Φ.Π.Α. για παρασχεθείσες υπηρεσίες από τρίτους για την κατασκευή του  έργου Γ΄ Φάση - οικοδομικές εργασίες στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης και δεν εξέδωσε  τουλάχιστον ένα τιμολόγιο ισόποσο και δεν το απέστειλε εντός του επόμενου μήνα από την  έκδοσή του στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Στη συνέχεια, η διάδικη φορολογική αρχή, αφού έκρινε ότι οι  παραβάσεις που διαπιστώθηκαν καθιστούν τα βιβλία ανακριβή και αδύνατο το λογιστικό  προσδιορισμό των αποτελεσμάτων, προέβη σε προσαύξηση των ακαθάριστων εσόδων για τις  πωλήσεις - εκροές από εμπορία κουφωμάτων, κατά 10%. Σημειωτέον ότι, όπως ρητά αναγράφεται  στη σελίδα 5 της έκθεσης ελέγχου φορολογίας εισοδήματος της διάδικης αρχής, στην αξία των  ακαθάριστων κερδών από πιστοποιήσεις δημοσίων έργων, την οποία ο έλεγχος υιοθέτησε όπως  είχε δηλωθεί από τον προσφεύγοντα στη με αριθμό καταχώρησης 100652/1.5.1999 δήλωση  φόρου εισοδήματος χρήσης 1998, περιλαμβάνονται όλα τα τιμολόγια που φέρεται ότι αυτός  εξέδωσε προς την .................................. 

Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Δημόσιας  Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Κορίνθου εξέδωσε την υπ΄ αριθ. 684/30.12.2005 (προσβαλλόμενη)  απόφαση επιβολής προστίμου, με την οποία καταλογίσθηκαν σε βάρος του προσφεύγοντος δύο  πρόστιμα, αξίας 11.739,00 ευρώ και 117.390,00 ευρώ για τις ως άνω δύο διαπιστωθείσες  παραβάσεις αντιστοίχως και, συνολικά ποσό προστίμου ύψους 129.129 €. 

Ήδη, με την κρινόμενη  προσφυγή, όπως αυτή αναπτύσσεται με το νομοτύπως κατατεθέν υπόμνημα, ο προσφεύγων ζητεί  την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα, ο προσφεύγων ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων,  ότι με την υπογραφή του υπ΄ αριθ. 603954/1/18.3.2005 ειδικού σημειώματος περαίωσης και την  εξόφληση των οικείων ποσών, έλαβε χώρα η περαίωση των ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων  της φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), του ένδικου οικονομικού  έτους 1999 (χρήση 1998) και, συνεπώς, μη νομίμως η διάδικη φορολογική Αρχή προέβη σε  επανέλεγχο και επιβολή του ένδικου προστίμου Κ.Β.Σ., μετά την ως άνω περαίωση. Προβάλλει δε,  ότι ως συμπληρωματικά στοιχεία που δικαιολογούν τη διενέργεια επανελέγχου παρά την εν λόγω  περαίωση, νοούνται τα συγκεκριμένα στοιχεία που προέκυψαν μεταγενέστερα και όχι στοιχεία που  προέρχονται από γενικότερο έλεγχο ή επέκταση του ελέγχου, διότι τότε δεν έχουν εφαρμογή οι  διατάξεις του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 2238/1994. Υπό την αντίθετη εκδοχή, με τη διενέργεια  επανελέγχου των αυτών στοιχείων (και όχι νέων), τα οποία ήταν στη διάθεση του αρμόδιου  Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ήδη κατά την περαίωση, θα καθίστατο ανά πάσα στιγμή ευχερής η  επιβολή προστίμων Κ.Β.Σ., γεγονός που αντίκειται στον ίδιο το σκοπό της ρύθμισης περί περαίωσης  εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων.      

15. Επειδή, στη συνέχεια, το Δικαστήριο, ενόψει του ανωτέρω ισχυρισμού, έκρινε αναγκαίο να  αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει την συμπλήρωση των στοιχείων του  φακέλου, κατ’ άρθρα 151 και 152 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Ειδικότερα, με την  307/2012 προδικαστική απόφασή του, υποχρέωσε τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου να  προσκομίσει στη γραμματεία του Δικαστηρίου το υπ΄ αριθ. 5156/12.9.2005 Δελτίο Πληροφοριών  του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών, -το οποίο δεν αποτελούσε στοιχείο του  φακέλου-, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη ή μη συμπληρωματικών στοιχείων που να  δικαιολογούν τη διενέργεια επανελέγχου, παρά την ως άνω προηγηθείσα περαίωση των  ανέλεγκτων φορολογικών υποθέσεων του προσφεύγοντος, για το ένδικο οικονομικό έτος 1999. Σε  εκτέλεση της ως άνω απόφασης η διάδικη φορολογική αρχή προσκόμισε το υπ΄ αριθ.  5156/12.9.2005 Δελτίο Πληροφοριών του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών, με τίτλο  «Παροχή πληροφοριών, αποστολή στοιχείων» και το ακόλουθο περιεχόμενο : «Σας γνωρίζουμε ότι  στην επιχείρηση.......................... διενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος για τα  διαχειριστικά έτη 28.5.1997 - 31.12.1998, 1.1 - 31.12.1999 λόγω επικείμενης παραγραφής. Από  τον πιο πάνω τακτικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι μεταξύ των προμηθευτών αυτής κατά τις  ελεγχόμενες χρήσεις ήταν και η προαναφερόμενη επιχείρηση (του προσφεύγοντος) δικής σας  αρμοδιότητας, η οποία φέρεται να εξέδωσε Τ.Π.Υ. συνολικής καθαρής αξίας ανά χρήση όπως  παρακάτω : χρήση 28.5.1997 - 31.12.1998, 4 τιμολόγια, συνολικής καθαρής αξίας 64.485.451  δρχ., εκτελεσθέν έργο : αλουμινοκατασκευές Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Ύστερα από τα  παραπάνω, παρακαλούμε να μας γνωρίσετε, σύμφωνα και με τη Διαταγή του Υπουργείου  Οικονομικών 1064334/4088/ΔΣΣΦΕ/Β/ΠΟΛ.1160/29.5.1998, αν είναι υπαρκτό πρόσωπο, αν έχει  υποβάλλει δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α., συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών, αν  είχε τη δυνατότητα να διενεργήσει τις πιο πάνω τιμολογηθείσες εργασίες (όπως η ύπαρξη  μηχανημάτων, απασχόλησης προσωπικού, αγορών κ.ά.), αν είναι τυχόν εκδότης πλαστών ή  εικονικών φορολογικών στοιχείων, αν υπάρχουν στην Υπηρεσία σας παραβάσεις Κ.Β.Σ., δελτία  πληροφοριών σχετιζομένων άμεσα ή έμμεσα με την πιο πάνω ελεγχόμενη επιχείρηση,  κατασχεθέντα βιβλία και στοιχεία και λοιπά, που να αφορούν την ελεγχόμενη επιχείρηση έγγραφα,  καθώς και τα αποτελέσματα του δικού σας ελέγχου άμεσα. Συνημμένα : 1) Καρτέλες Προμηθευτή  1998, 2) Τιμολόγια προμηθευτή 1998» .    

16. Επειδή, με τα παραπάνω δεδομένα, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας, ειδικότερα, υπόψη ότι : 
α)  σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν και έγιναν ερμηνευτικά δεκτά στη σκέψη 13 της παρούσας, για  υποθέσεις που έχουν περαιωθεί ως προς τις φορολογίες εισοδήματος και Φ.Π.Α. με οποιονδήποτε  τρόπο, άρα και κατ` εφαρμογή του ν. 3259/2004, δεν αποκλείεται να διενεργηθεί επανέλεγχος και  να επιβληθεί πρόστιμο για παραβάσεις του Κ.Β.Σ., αν από συμπληρωματικά στοιχεία, τα οποία  περιήλθαν μεταγενεστέρως στον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τα οποία ο  τελευταίος δεν είχε υπόψη του κατά την περαίωση, προκύπτει φόρος μεγαλύτερος από το φόρο  που είχε προσδιοριστεί αρχικά ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν  αποδεικνύονται ανακριβή, 

β) ο προσφεύγων είχε προβεί σε περαίωση των αποτελεσμάτων της  ένδικης χρήσης 1998, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος και το Φ.Π.Α., δεδομένου ότι,  σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 3259/2004, η περαίωση καθεμιάς ανέλεγκτης υπόθεσης  φορολογίας εισοδήματος συνεπάγεται αυτοδίκαια και την περαίωση ως ειλικρινών των ανέλεγκτων  υποθέσεων των λοιπών φορολογικών αντικειμένων, και είχε καταβάλει το σχετικώς βεβαιωθέντα  φόρο, (σχ. το από το 18.3.2005 ειδικό εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης ανέλεγκτων  υποθέσεων της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, το περιεχόμενο του οποίου έγινε αποδεκτό με την υπ΄ αριθμ.  4246/14.6.2005 Α.Τ.Β. και το σχετικό αποδεικτικό είσπραξης της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου), 

γ) το υπ΄  αριθμ. 5156/12.9.2005 έγγραφο του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου Αθηνών, με αφορμή το  οποίο διενεργήθηκε ο επανέλεγχος, όπως το περιεχόμενο αυτού αναλυτικά παρατίθεται στο  ιστορικό της παρούσας, δεν περιέχει συμπληρωματικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη διενέργεια  αυτού, παρά την προηγηθείσα περαίωση, σε κάθε δε περίπτωση, μεταξύ των στοιχείων τα οποία  ήταν στη διάθεση του αρμόδιου Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ήδη κατά την περαίωση, ήταν και τα  αναγραφόμενα στο εν λόγω «δελτίο πληροφοριών» τιμολόγια, όπως ανενδοίαστα προκύπτει από  τη σελίδα 5 της από 28.12.2005 έκθεσης ελέγχου φόρου εισοδήματος, όπου αναγράφεται ότι στην  αξία των ακαθάριστων κερδών από πιστοποιήσεις δημοσίων έργων, την οποία ο έλεγχος υιοθέτησε  όπως είχε δηλωθεί από τον προσφεύγοντα στη με αριθμό καταχώρησης 100652/1.5.1999 δήλωση  φόρου εισοδήματος χρήσης 1998, περιλαμβάνονται όλα τα τιμολόγια που φέρεται ότι αυτός  εξέδωσε προς την ................ 

και δ) ότι ο έλεγχος στήριξε το πόρισμά του στην επεξεργασία των ως  άνω τιμολογίων τεσσάρων (4) τιμολογίων και των παραστατικών δαπανών που συνόδευαν αυτά,  τα οποία σημειωτέον ο ίδιος ο προσφεύγων προσκόμισε και τα οποία ήταν στη διάθεση της  φορολογικής αρχής και κατά το χρόνο που έγινε η ένδικη περαίωση, κρίνει ότι η φορολογική αρχή  προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης μετά τη διενέργεια επανελέγχου, χωρίς την  ύπαρξη νέων στοιχείων για την εν λόγω περαιωθείσα χρήση, γεγονός, άλλωστε, που δεν  αμφισβητείται και από το ίδιο το καθ΄ ου με την 20-3-2012 έκθεση του άρθρου 129 του ΚΔιοικΔικ.  Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν συντρέχουν οι, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, προβλεπόμενες  προϋποθέσεις έκδοσης πράξης επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ., το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νόμιμα  εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη και για το λόγο αυτό, πρέπει να ακυρωθεί, κατά παραδοχή του  σχετικού λόγου της κρινόμενης προσφυγής.     

17. Επειδή, κατ'  ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή, να  απορριφθεί τύποις η παρέμβαση και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου  Κ.Β.Σ. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στον προσφεύγοντα το παράβολο, που κατέβαλε, σύμφωνα με το  άρθρο 277 παρ. 9 εδάφιο α’ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, να απαλλαγεί, όμως, κατ΄  εκτίμηση των περιστάσεων, το καθ΄ ού από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.


 ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
 Δέχεται την προσφυγή.
 Απορρίπτει την παρέμβαση.
 Ακυρώνει την υπ΄ αριθμ. 684/30.12.2005 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου  της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, οικονομικού έτους 1999.
 Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στον προσφεύγοντα.
 Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του προσφεύγοντος.           
 Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στην Κόρινθο στις 22-3-2013 και η απόφασή του  δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις  29-3-2013.              
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗ: http://www.taxheaven.gr/laws/circular/view/id/16493

 

   
   
    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Ειδήσεις Κρήτη Ηλεία Μαγνησία Άγιοι Ανάργυροι Καματερό Αστυπάλαια Ελευσίνα Καλάβρυτα Λαυρεωτική Νέα Ζίχνη Πετρούπολη Σπέτσες Κεντρικής Μακεδονίας νέα Ζακύνθου Λευκάδας Αγία Παρασκευή Αρχαία Ολυμπία Έδεσσα Ιωάννινα Λαγκαδάς Ναύπακτος Πεντέλη Σοφάδες Ωρωπός Πρωτοσέλιδα Αιτωλοακαρνανία Ιωάννινα Πρέβεζα Αλεξανδούπολη Βόρεια Κυνουρία Ζαγόρι Κάρυστος Λυκόβρυση Πεύκη Νότια Κυνουρία Πύλη Τρίκαλα Αρκαδία Καρδίτσα Ροδόπη Αλμωπία Γαλάτσι Ζίτσα Κατερίνη Μαντούδι Λίμνη Αγία Άννα Ξυλόκαστρο Ευρωστίνη Ραφήνα Πικέρμι Τύρναβος Ειδήσεις Αττική Βοιωτία Κοζάνη Φλώρινα Ανατολική Μάνη Δεσκάτη Θέρμη Κίμωλος Μέτσοβο Παλαιό Φάληρο Σέρρες Φυλή
Ιονίων Νήσων νέα Ευρυτανίας Λέσβου Αγιά Αρριανά Δωδώνη Ίλιον Κύμη Αλιβέρι Νάξος και Μικρές Κυκλάδες Πειραιάς Σούλι Ψυχικό Φιλοθέη
Copyright © 2017 All rights reserved Άρτα Καστοριά Σάμος Αμάρι Γεώργιος Καραϊσκάκης Ηγουμενίτσα Κέα Μαρκόπουλο Μεσογαίας Οιχαλία Ρήγας Φερραίος Φαιστός developed and powered by WGR