Διανομή διατηρητέου κτιρίου

Αριθμός 735/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.3 και 4 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ’ άρθρο 575 εδ.β’ ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ’ αριθμ. 5913Δ/11-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης … την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω απ’ αυτήν πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 5 Οκτωβρίου 2011 κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο Π. Π. του Α.. Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος αυτός δεν εμφανίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 και 226 παρ.4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήταν παρών και ο τρίτος αναιρεσίβλητος Π. Π. του Α..
Επειδή, κατά το άρθρο 798 ΑΚ, η λύση της κοινωνίας επέρχεται με διανομή, ενώ κατά το άρθρο 795 ΑΚ κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να απαιτήσει οποτεδήποτε τη λύση της κοινωνίας εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν αποκλείεται από δικαιοπραξία ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιο διαρκή σκοπό. Κατά το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, ενώ κατά το άρθρο 800 ΑΚ η διανομή γίνεται αυτουσίως αν το αντικείμενο που πρόκειται να διανεμηθεί είναι δυνατόν, χωρίς μείωση της αξίας του, να διαιρεθεί σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών. Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1 4 παρ.1, 5 και 13 ν.3741/1929 προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ’ ανάλογη μερίδα επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτουσία διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών δίχως να μειώνεται η αξία του, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480 Α ΚΠολΔ κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφου ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων.

Όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη η κατ’ αυτήν αιτουμένη από κάποιον συγκύριο αυτούσια διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Επομένως, αν κάποια από τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει, τότε ακολουθείται, εφόσον είναι εφικτός και συμφέρων, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 480 ΚΠολΔ και τις λοιπές συναφείς διατάξεις του ΚΠολΔ, τρόπος αυτούσιας διανομής και αν και αυτός είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, διατάσσεται κατά το άρθρο 484 παρ.1 ιδίου Κώδικα, η πώληση του διανεμητέου οικοπέδου με την οικοδομή δια πλειστηριασμού (ΑΠ 145/1995). Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 481 εδ.1 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του δυνατού, αδυνάτου ή του ασυμφόρου της κατά τα άρθρα 480 και 480Α ΚΠολΔ αυτούσιας διανομής, τόσον όταν σχηματίζεται χωρίς αποδείξεις κατά το άρθρο 481 εδ.1 αυτού όσον και όταν σχηματίζεται κατόπιν διατάξεως αποδείξεων, ανάγεται σε πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου ή υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ.19 και 20 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ.2α Γ.Ο.Κ. (ν. 1577/1985) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ή του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεταξύ άλλων, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα κτιρίων ή συγκροτήματα κτιρίων και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη με σκοπό τη διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής και αισθητικής φυσιογνωμίας τους. Η αυτούσια διανομή χαρακτηρισμένου νομίμως ως διατηρητέου ακινήτου που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας, με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους ή μέρη ορόφων δεν είναι εφικτή διότι η αυτουσία διανομή τέτοιου ακινήτου δεν συμβιβάζεται με τη φύση του που είναι διατηρητέο ως ενιαίο σύνολο και όχι μόνον κατά ένα τμήμα του και η διατήρησή του μπορεί να επιτευχθεί αν αυτό περιέλθει σε έναν μόνον ιδιοκτήτη καθόσον η ύπαρξη περισσοτέρων του ενός συγκυρίων είναι η κύρια αιτία για την εγκατάλειψη και τις αυθαίρετες επεμβάσεις που υφίσταται το διατηρητέο κτίριο. Μοναδικός τρόπος διανομής του επικοίνου διατηρητέου ακινήτου είναι η πώλησή του με πλειστηριασμό ώστε καθένας από τους συγκυρίους να λάβει από το εκπλειστηρίασμα που θα επιτευχθεί ποσό ανάλογο προς την εξ αδιαιρέτου μερίδα του επί του επικοίνου ακινήτου (ΑΠ 218/2001, ΑΠ 1047/2003, ΑΠ 235/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής σχετικά με την ένδικη αγωγή διανομής κοινού ακινήτου των διαδίκων “το επίκοινο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, το οποίο βρίσκεται στην οδό … αρ. 5, στον ιστορικό τόπο “…” της Θεσσαλονίκης και περιβάλλεται από τις οδούς … (πλατεία …) και … και ακίνητα ιδιοκτησίας Π. και Γ.-Π., επί του οποίου ανεγέρθηκε, το έτος 1875 περίπου, διώροφο οικοδόμημα, που καλύπτει το σύνολο της έκτασης του ακινήτου και αποτελείται από ισόγειο, εμβαδού 234.90 (16,20 μ. Χ 14,50 μ.) τ.μ. και ανώγειο όροφο, ίσων διαστάσεων και εμβαδού. Ο ενάγων είναι συγκύριος του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 2/6 εξ αδιαιρέτου, το οποίο περιήλθε σε αυτόν δυνάμει των υπ’ αριθμ. …/1963 και …/1964 αγοραπωλητήριων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιλτιάδη Τζανουδάκη, που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, το μεν πρώτο στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό 52, το δε δεύτερο στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό 91.

Εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ιδίου ακινήτου είναι και οι εναγόμενοι, κατά ιδανικό μερίδιο 1/6 κάθε ένας από αυτούς, στους τρεις πρώτους από τους οποίους περιήλθε με τη μεταγραφή στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό 165, της υπ’ αριθμό …/1979 συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αγορίτσας Φώλια και στον τέταρτο από αυτούς, με τη μεταγραφή στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο …, με αύξοντα αριθμό 262, της με αριθμό …/1978 συμβολαιογραφικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας συμβολαιογράφου. Τη συγκυριότητα του εκκαλούντος-ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο, καθώς και την ασυμφωνία των διαδίκων-συγκοινωνών για εξώδικη διανομή του, οι εφεσίβλητοι – εναγόμενο ι ρητά ομολογούν με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενώ η άσκηση της εν λόγω αγωγής διανομής σε βάρος των εναγομένων ενέχει ομολογία του ενάγοντος για την ιδιότητα των τελευταίων ως συγκυρίων κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά (ΕΘ 10/1994 Αρμ 1994. 678).

Συνεπώς, τα περιστατικά αυτά αποδεικνύονται πλήρως (άρθρα 261 και 352 §1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το υφιστάμενο επί του ακινήτου κτίσμα, το οποίο διατηρεί τα στοιχεία και υλικά οικοδόμησης της εποχής που ανεγέρθηκε, όπως φέρουσα περιμετρική τοιχοποιία από πέτρα και οπτοπλίνθους, ανακουφιστικά τόξα από οπτοπλίνθους στη βάση της τοιχοποιίας του ισογείου και ξύλινα υποστυλώματα με κεφαλές που στηρίζουν το ξύλινο δάπεδο του ανωγείου και την κεραμοσκεπή στέγη, που επικαλύπτει το κτίριο, χαρακτηρίσθηκε ως διατηρητέο με την 5650/8.11.1994 απόφαση του Υπουργού Μακεδονίας Θράκης (ΦΕΚ 1217 Δ/22.11.1994). Ο ισόγειος όροφος αυτού είναι διαχωρισμένος με τοιχοποιία σε δυο τμήματα, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούνται δύο καταστήματα, εμβαδού 201,58 και 33,32 τ.μ., αντίστοιχα, το πρώτο από τα οποία εκμισθωνόταν, κατά το χρόνο πρώτης συζήτησης της αγωγής, στον ενάγοντα και το δεύτερο σε τρίτο μισθωτή. Επιπλέον, στο εμβαδού 33,32 τ.μ. τμήμα του ισογείου ορόφου, έχει κατασκευασθεί μεσοπάτωμα, το οποίο συνδέεται με τον ανώγειο όροφο με ξύλινη κλίμακα πλάτους 1,20 μ. περίπου και με τον ισόγειο όροφο με φορητή κλίμακα από αλουμίνιο. Το παραπάνω ακίνητο δεν δύναται να διαιρεθεί σε πέντε αυτοτελείς ιδιοκτησίες, ανάλογες με τις μερίδες των συγκυρίων, χωρίς μείωση της αξίας του, όπως διαπιστώνει και η πραγματογνώμονας στην 5η σελίδα της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, λόγω της αναπόφευκτης συρρίκνωσης των χώρων κύριας χρήσης, με τη δημιουργία μεγάλου αριθμού βοηθητικών χώρων (κλιμακοστασίων, χώρων υγιεινής κλπ) προς επίτευξη λειτουργικής αυτοτέλειας για κάθε ιδιοκτησία.

Επιπλέον, η αυτούσια διανομή του ακινήτου με σύσταση χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του υπάρχοντος κτίσματος, κατά το σχετικό αίτημα των εναγομένων, ώστε ο μεν ενάγων να λάβει το εμβαδού 201,58 τ. μ. κατάστημα του ισογείου ορόφου και οι εναγόμενοι, οι οποίοι ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα, το εμβαδού 33,32 τ.μ. κατάστημα του ισογείου ορόφου και τον ανώγειο όροφο, κρίνεται ασύμφορη από το Δικαστήριο, γιατί απαιτεί την καταβολή σημαντικού χρηματικού ποσού από τον ενάγοντα στους εναγόμενους (βλ. σχετ. ΑΠ 688/1991 ΕΔΠολ 1991.96). Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω τρόπο διανομής, η αντικειμενική αξία της ιδιοκτησίας που θα περιερχόταν στον ενάγοντα ανέρχεται σε 441.542,49 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία της ιδιοκτησίας που θα περιερχόταν στους εναγόμενους σε 283.104,78 (90.157,20 + 192.947,58) ευρώ (βλ. 6η σελ. της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), αφού η αντικειμενική αξία του ισογείου ορόφου υπερβαίνει σημαντικά αυτήν του ανωγείου. Με το τρόπο αυτό διανομής η αντικειμενική αξία της μερίδας, που ο ενάγων θα ελάμβανε, θα υπερέβαινε κατά πολύ την αξία του ιδανικού του μεριδίου στο όλο ακίνητο, η οποία ανέρχεται σε 241.549,09 ευρώ [ (441.542,49 + 90.157,20 + 192.947,58) = 724.647,27 : 6) = 120.774,545 Χ2] και θα απαιτείτο, προς εξίσωση των διαμορφωθέντων μερών με τις μερίδες των κοινωνών, ο ενάγων να καταβάλει στους εναγόμενους ως αποζημίωση το χρηματικό ποσό των 199.993,40 (441.542,42-241.549,09) ευρώ, το οποίο είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με την αξία της μερίδας του.

Επισημαίνεται ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και ιδίως από τα εκτιθέμενα στις 5η και 7η σελίδες της, η πραγματική (αγοραία) αξία του επί κοινού δεν υπερβαίνει σημαντικά την αντικειμενική αξία αυτού. Μπορεί, ωστόσο, το πιο πάνω ακίνητο να διανεμηθεί αυτουσίως με σύσταση χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του οικοδομήματος, με διάφορο από τον προτεινόμενο από τους εναγόμενους τρόπο, όπως εκτιμάται και από την πραγματογνώμονα. Τη δυνατότητα αυτή, δεν εμποδίζεται να εξετάσει το Δικαστήριο, επειδή με τη ρηθείσα προδικαστική απόφαση διατάχθηκε απόδειξη περί του εφικτού ή μη, της αυτούσιας διανομής με συγκεκριμένους τρόπους, οι οποίοι, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, κρίνονται ανέφικτοι (βλ. ΑΠ 145/1995) και ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος-ενάγοντος, που επαναφέρεται με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί. Έτσι, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου και σύμφωνα και με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι δυνατόν ο ισόγειος και ο ανώγειος όροφος να διαχωρισθούν σε δύο χώρους έκαστος, με τη κατασκευή τοιχοποιίας, πάχους 0,25 μέτρων, από μονωτικό υλικό, που θα τοποθετηθεί κάθετα στο πρόσωπο του κτίσματος στην οδό …, σε αξονική απόσταση 5,82 μέτρων από το όριο του κτίσματος και σε όλο το βάθος αυτού. Κατά τον τρόπο αυτό δύναται να σχηματισθούν δύο αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η μεν πρώτη από τις οποίες θα περιλαμβάνει τμήμα εμβαδού 84,39 (5,82 μ. Χ 14,50 μ.) τ.μ. από κάθε όροφο, με αντιστοιχούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής 36,05% και θα έχει είσοδο από την οδό … (υπό στοιχ. Α’), η δε δεύτερη θα περιλαμβάνει τμήμα εμβαδού 150,51 (10,38 μ. Χ 14,50 μ.) τ.μ. από κάθε όροφο, με αντιστοιχούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής 63,95% (υπό στοιχ. Β1) και θα έχει τρεις εξωτερικές εισόδους, μία από την οδό … και δύο από την οδό …, όπως ειδικότερα οι ιδιοκτησίες αυτές αποτυπώνονται στο με αριθμό β σχεδιάγραμμα, που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης.

Οι αναγκαίες επεμβάσεις στους χώρους του οικοδομήματος, προκειμένου να σχηματισθούν τα ανωτέρω μέρη, όπως η κατασκευή της εσωτερικής τοιχοποιίας και η τοποθέτηση κλίμακας, που θα συνδέει το ανήκον σε κάθε ιδιοκτησία τμήμα του ισογείου ορόφου με το αντίστοιχο τμήμα του ανωγείου, αφενός δεν αλλοιώνουν τα επιμέρους αρχιτεκτονικά, διακοσμητικά και λοιπά δομικά στοιχεία του κτιρίου, αφετέρου είναι τεχνικώς δυνατόν να γίνουν από αναστρέψιμες κατασκευές κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα διατηρητέα κτίσματα Επιπλέον, οι σχετικές δαπάνες, οι οποίες κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι μικρής αξίας, θα επιβαρύνουν εξίσου αμφότερα τα διάδικα μέρη. Περαιτέρω, ενόψει της ανισότητας των σχηματισθέντων μερών, που αποκλείει την κλήρωση (άρθρο 486 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα η υπό στοιχ. Α’ ιδιοκτησία και στους εναγόμενους η υπό στοιχ. Β1, καθόσον αυτοί ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα επί του ακινήτου, η οποία λογίζεται ως ενιαία, στο μέρος δε που επιδικάζεται σε αυτούς συνίσταται με την απόφαση διανομής κοινωνία μεταξύ τους, κατά το λόγο των μερίδων τους, δηλαδή, συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου για κάθε έναν εναγόμενο (και όχι 1/6 που από παραδρομή αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, περί του οποίου όμως δεν υφίσταται σχετικό παράπονο, αφού οι εναγόμενοι δεν άσκησαν έφεση). Με βάση την ανωτέρω διαμόρφωση των χώρων, η αξία του μέρους που περιέρχεται στον ενάγοντα ανέρχεται σε 257.013,27 (181.503,24 + 75.510,03) ευρώ και του μέρους που περιέρχεται στους εναγόμενους σε 479.972,87 (349.071,18 + 130.901,69) ευρώ, η συνολική δε αξία του επίκοινου σε 736.986,14 (257.013,27 + 479.972,87) ευρώ (βλ. 8η σελ. της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης). Με βάση, όμως, τα ιδανικά μερίδια των διαδίκων στο επίκοινο ακίνητο, στον ενάγ

οντα αναλογεί τμήμα αξίας 245.662,04 ευρώ (736.986,14 € χ 2/6) και στους εναγόμενους αναλογεί τμήμα αξίας 491.324,09 ευρώ (736.986,14 € χ 4/6), σημειουμένου ότι από προφανή αναρίθμηση στην εκκαλούμενη απόφαση αναφέρεται το ποσό των 419.324,09 ευρώ. Επομένως, εφόσον η αξία του μέρους που θα λάβει ο ενάγων είναι μεγαλύτερη από αυτή που αναλογεί στο εξ αδιαιρέτου μερίδιο του κατά το ποσό των 11.351,22 ευρώ (257.013,27-245.662,04 σύμφωνα με την αξιολόγηση που έκανε ο διορισθείς πραγματογνώμων) και η αξία του μέρους που επιδικάζεται στους εναγομένους είναι μικρότερη της αξίας του κοινού μεριδίου τους (479.972,87 αντί 491.324,09), θα πρέπει να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους εναγόμενους το ανωτέρω ποσό προς εξίσωση της μερίδας αυτών. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-ενάγοντος ότι η διανομή καθίσταται ανέφικτη επειδή τα διάδικα μέρη δεν δύναται να λάβουν από το επίκοινο ακριβώς το ποσοστό που τους ανήκει, πρέπει να απορριφθεί ως μη στηριζόμενος στο νόμο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη, καθώς η ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως αποφασίσει την καταβολή σε κάποιον από τους κοινωνούς χρηματικού ποσού προς εξίσωση άνισων μερών επί του διανεμητέου ακινήτου, υφίσταται και στην περίπτωση που ο λαμβάνων το χρηματικό ποσό, συμμετέχει της αυτούσιας διανομής με τη λήψη ποσοστού από το επίκοινο πράγμα ελάσσονος από αυτό, που του ανήκει, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με τους εναγόμενους, τη συμπλήρωση του οποίου έρχεται να καλύψει το χρηματικό ποσό (ΕΠατρ 906/1984 Δ 1985.428). Εξάλλου, η διανομή με τον ανωτέρω τρόπο κρίνεται συμφέρουσα για όλους τους διαδίκους, καθόσον δεν επέρχεται μείωση της αξίας του επικοίνου, όπως ο εκκαλών-ενάγων ισχυρίζεται. Το αντίθετο, μάλιστα, αφού οι χωριστές ιδιοκτησίες που θα δημιουργηθούν θα αποτελέσουν πλέον αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας των εναγομένων, Α. Π., ο οποίος είναι συνταξιούχος πολιτικός μηχανικός (βλ. 6η σελ. της εισηγητικής έκθεσης).

Η ορθότητα της εκτίμησης του ως άνω μάρτυρα, επιβεβαιώνεται από το ότι η αντικειμενική αξία του ακινήτου, πριν από το διαχωρισμό του σε επιμέρους ιδιοκτησίες, ανέρχεται σε 707.474,47 ευρώ (βλ. 7η σελ. της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης), δηλαδή, υπολείπεται του αθροίσματος της αντικειμενικής αξίας των επιμέρους ιδιοκτησιών (736.986,14 ευρώ). Ούτε το ότι η περιερχόμενη στον εκκαλούντα-ενάγοντα υπό στοιχείο Α ως άνω διαιρετή ιδιοκτησία έχει μόνο μία είσοδο από την οδό … μειονεκτεί έναντι της ιδιοκτησίας που περιέρχεται στους εφεσίβλητους-εναγόμενους, αφού η αξία της ανέρχεται στο προαναφερθέν ποσό, αυξάνεται δε με τη κατά τον παραπάνω τρόπο διανομή η αξία ολόκληρου του ακινήτου, ενώ η εμπορικότητα αυτής (ιδιοκτησίας Α) προσδιορίζεται από τη θέση της στην συγκεκριμένη περιοχή (…) και δεν εξαρτάται άμεσα από το αν αυτό έχει πρόσοψη σε πλατεία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών με το δεύτερο λόγο της έφεσης του.

Συνεπώς και με βάση τα προαναφερθέντα κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού η αυτούσια διανομή του επιδίκου ακινήτου με τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και την απονέμηση στους εφεσίβλητους-εναγόμενους κοινής μερίδας, κατά το αίτημα τους, είναι συμφέρουσα για όλους τους διαδίκους αλλά και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον του εκκαλούντος-ενάγοντος, καθόσον λόγω της μικρής οικονομικής επιβάρυνσης για τη δημιουργία των αυτοτελών χώρων δεν θα μειωθεί εμμέσως η αξία των μερίδων των συγκυρίων διαδίκων, αλλά αντίθετα το άθροισμα των αξιών τους μετά τη διανομή θα αποδίδει μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχει το επίδικο αδιαίρετο και είναι επωφελέστερος για τους διαδίκους ο προαναφερθείς τρόπος αυτούσιας διανομής από την πώληση του επικοίνου με πλειστηριασμό, όπως ζητά ο εκκαλών- ενάγων.

Με τον παραπάνω τρόπο διανομής συστήνεται οριζόντια ιδιοκτησία στο υφιστάμενο διατηρητέο οικοδόμημα και όχι κάθετη ιδιοκτησία, όπως εσφαλμένα αναφέρει η πραγματογνώμονας στην έκθεση της και υπολαμβάνει και ο εκκαλών-ενάγων, αφού δεν πρόκειται για δύο αυτοτελείς οικοδομές στο ίδιο οικόπεδο και το γεγονός αυτό αποκλείει την σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του οικοπέδου σύμφωνα με το Ν.Δ. 1024/1971 (κάθετης ιδιοκτησίας), η οποία και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη απαιτείται στο οικόπεδο αυτό να έχουν ανεγερθεί περισσότερες της μιας (1) χωριστές οικοδομές ή κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου (480Α ΚΠολΔ) να πρόκειται για οικόπεδο ακάλυπτο, περιπτώσεις που δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Το γεγονός ότι οι περιερχόμενοι στους συγκυρίους δύο αυτοτελείς χώροι κατά τα προαναφερθέντα, οι οποίοι και για το λόγο ότι το οικοδόμημα έχει τις προς τούτο προϋποθέσεις ενόψει των υφιστάμενων ανοιγμάτων και της πρόσοψης αυτού σε τρεις οδούς που επιτρέπει την δημιουργία δύο αυτοτελών ιδιοκτησιών, με χωριστή για το καθένα είσοδο, δεν συνιστά εν τοις πράγμασι σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών στον τέταρτο λόγο της έφεσης του, αφού είναι σαφές ότι στο εν λόγω οικοδόμημα συνίσταται οριζόντια ιδιοκτησία, το χαρακτήρα της οποίας σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί η αυτοτέλεια των δύο ιδιοκτησιών.

Εξάλλου το ότι το Δικαστήριο προκρίνει ως συμφέροντα για τους διαδίκους διαφορετικό τρόπο διανομής από τον προτεινόμενο από τους διαδίκους εναπόκειται στη διακριτική του ευχέρεια και δεν πρόκειται για περίπτωση που το δικαστήριο προέβη στην αυτούσια διανομή με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας χωρίς αίτημα των εφεσίβλητων-εναγομένων, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή το αν η λύση αυτής θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στις εξουσίες του δικαστηρίου. Επομένως οι συναφείς πρώτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους ο εκκαλών-ενάγων ισχυρίζεται ότι έσφαλλε η εκκαλούμενη απόφαση διότι διέταξε τη διανομή του επιδίκου με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και χωρίς αντίστοιχο αίτημα των εφεσίβλητων-εναγομένων πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω το γεγονός ότι το υφιστάμενο οικοδόμημα χρήζει, λόγω της παλαιότητας του, εκτεταμένων επισκευών (αντικατάσταση στέγης, πατωμάτων κ.λ.π.), το κόστος των οποίων ο εκκαλών αναβιβάζει στο ποσό των 199.435 ευρώ και για τις οποίες δαπάνες προσκομίζει και επικαλείται το πρώτον στη παρούσα δίκη την από 17-7-2008 τεχνική έκθεση του Θ. Σ., πολιτικού μηχανικού (που προσδιορίζει τις εν λόγω δαπάνες στο ποσό των 202.035 ευρώ), η οποία παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, εφόσον δεν συντρέχει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, περίπτωση μη προσαγωγής του στον πρώτο βαθμό από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, αφού η εν λόγω τεχνική έκθεση διενεργήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρώτο βαθμό και προκειμένου να αντικρούσει την κρίση της εκκαλούμενης για το ότι η διαταχθείσα αυτούσια διανομή δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των συγκυρίων και εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε ο ενάγων να το επικαλεστεί κατά το χρόνο της συζητήσεως της ένδικης αγωγής του πρωτοδίκως, δεν καθιστά μη συμφέρουσα για τους συγκυρίους την κατά τον παραπάνω τρόπο αυτούσια διανομή του, καθόσον το ότι το κτίσμα έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο, η παλαιότητα του και οι απαιτούμενες επισκευές σαφώς επηρεάζουν αντίστοιχα την αγοραία αξία αυτού, ώστε σε περίπτωση πώλησης του με πλειστηριασμό υφίσταται ο κίνδυνος να επιτευχθεί εκπλειστηρίασμα μικρότερο της εμπορικής αξίας του διανεμητέου, δηλαδή μειωμένο ανάλογα λόγω των απαιτούμενων δαπανών για την επισκευή του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα οικονομική δυσπραγία του για την αντιμετώπιση των δαπανών για την επισκευή του κτίσματος και τον διαχωρισμό του σε δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, και αληθής υποτιθέμενη, δεν αναιρεί την συμφέρουσα για όλους τους συγκυρίους αυτούσια κατά τον παραπάνω τρόπο διανομή του καθόσον μάλιστα αυξάνεται η συνολική αξία του επιδίκου όπως προηγούμενα αναφέρθηκε αφού και μετά τη διανομή του με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ευχερώς ο εκκαλών δύναται να εκποιήσει την περιερχομένη στην αποκλειστική του κυριότητα διαιρετή ιδιοκτησία αν δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί στο βάρος των εν λόγω δαπανών.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι είναι μη συμφέρουσα η αυτούσια διανομή γιατί με αυτή μειώνεται η αξία των μερίδων των συγκυρίων λόγω των δαπανών για την επισκευή και το χωρισμό των αυτοτελών ιδιοκτησιών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος”.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι είναι δυνατή η αυτουσία διανομή του επικοίνου ακινήτου σε δύο αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, η μεν πρώτη από τις οποίες θα περιλαμβάνει τμήμα εμβαδού 84,39 τ.μ. από κάθε όροφο με αντιστοιχούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής 36,5% και θα έχει είσοδο από τον οδό …, η δε δεύτερη θα περιλαμβάνει τμήμα εμβαδού 150,51 τετ.μέτρων από κάθε όροφο με αντιστοιχούν ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στο οικόπεδο και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη της οικοδομής 63,95% και θα έχει τρεις εξωτερικές εισόδους, μία από την οδό … και δύο από την οδό …, ακολούθως δε έκρινε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή διανομής που άσκησε ο αναιρεσείων και διέταξε κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων την αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου με την επ’ αυτού σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών απορρίπτοντας την ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 795, 800, 1002, 1117 ΑΚ 4 παρ.2α ΓΟΚ (ν.1577/1985), 480 παρ.1, 480Α παρ.1, 2 και 3, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 ν.3741/1929, εσφαλμένα εφαρμόζοντας τις διατάξεις αυτές, εφόσον αν και δέχθηκε ότι το επίκοινο ακίνητο χαρακτηρίσθηκε ως διατηρητέο με την υπ’ αριθμ. 5650/8-11-1994 απόφαση του Υπουργού, Μακεδονίας – Θράκης (ΦΕΚ 1217 Δ’/22-11-1994) άρα χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας και ως εκ της φύσεως του διατηρητέο, ως ενιαίο σύνολο, διέταξε την αυτούσια διανομή του ακινήτου αυτού με σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ώστε να προκύψουν δύο αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες. Επομένως οι από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και εν μέρει ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Μετά απ’ αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν, την αναιρουμένη απόφαση και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, κατά το νόμιμο αίτημα του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη αυτού (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2783/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
 

(ΠΗΓΗ: WWW.JUDEX.GR)

    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Αττική Κεφαλονιά Τρίκαλα Αμύνταιο Γρεβενά Ηράκλειο Κεφαλλονιά Μέγαρα Ορχομενός Σάμος Φιλιάτες Ειδήσεις Ιόνιο Ευρυτανία Λέσβος Αγία Βαρβάρα Άρτα Δωρίδα Ιστιαία Αιδηψός Κως Νάουσα Πέλλα Σουφλί Ωραιόκαστρο Ειδήσεις Νότιο Αιγαίο Ημαθία Μεσσηνία Άγραφα Βάρη Βούλα Βουλιαγμένη Εμμανουήλ Παππάς Καλαμάτα Λειψοί Νέα Προποντίδα Πλατανιάς Σύμη Εφημερίδες Βορείου Αιγαίου νέα Γρεβενών Κορινθίας Φωκίδας Ανάφη Διδυμότειχο Θέρμο Κίσσαμος Μήλος Παλαμάς Σητεία Χαϊδάρι Δυτικής Ελλάδας νέα Δράμας Κυκλάδων Χαλκιδικής Ανδρίτσαινα Κρέσταινα Δίον Όλυμπς Θηβαίων Κομοτήνη Μιράμπελος Παξοί Σίκινος Χαλκηδόνα Πρωτοσέλιδα
Αιτωλοακαρνανία Ιωάννινα Πρέβεζα Αλεξανδούπολη Βόρεια Κυνουρία Ζαγόρι Κάρυστος Λυκόβρυση Πεύκη Νότια Κυνουρία Πύλη Τρίκαλα
Copyright © 2017 All rights reserved Ελλάδα νέα Θεσσαλονίκης Πιερίας Αίγινα Βόϊο Ερύμανθος Καρδίτσα Λίμνη Πλαστήρα Νίκαια Άγιος Ιωάννης Ρέντης Προσοτρσάνη Τήλος developed and powered by WGR