Σύνταξη ΝΑΤ

Αριθμός 1216/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

 

Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο  Ν ό μ ο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1226/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν δεκτές αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφανίστηκε η 1022/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Ακολούθως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και αναγνωρίστηκε ότι το ΝΑΤ όφειλε να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 14.012,14 ευρώ ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την παράνομη άρνηση των οργάνων του Ταμείου να εφαρμόσουν στην περίπτωσή του τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως και να του απονείμουν πλήρη σύνταξη γήρατος με συνυπολογισμό του συνολικού χρόνου ασφάλισης που είχε διανύσει στους οργανισμούς στην ασφάλιση των οποίων είχε υπαχθεί διαδοχικώς.

 

2. Επειδή, στο άρθρο 2 του ν.δ. 4202/1961 (Α΄ 175), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1405/1983 (Α΄ 180) και ισχύει εν προκειμένω, ορίζονται τα εξής: «1. Τα πρόσωπα τα οποία ασφαλίστηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από έναν ασφαλιστικούς οργανισμούς δικαιούνται σύνταξη από τον τελευταίο οργανισμό στον οποίο ήταν ασφαλισμένα όταν επαλήθευσε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, σύμφωνα με τις διατάξεις του οργανισμού αυτού, εφόσον πραγματοποίησαν χίλιες πεντακόσιες ημέρες εργασίας ή πέντε ολόκληρα έτη στην ασφάλισή του είτε την τελευταία χρονική περίοδο της απασχόλησής τους είτε σε προγενέστερη περίοδο, οποτεδήποτε. Ως νομοθεσία του οργανισμού για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής καθώς και των επόμενων παραγράφων 2 και 3 νοούνται οι διατάξεις που ορίζουν τον απαιτούμενο για τη συνταξιοδότηση χρόνο, την ηλικία, την αναπηρία και το θάνατο. Ειδικές διατάξεις που αφορούν στην ύπαρξη ενεργού ασφαλιστικού δεσμού, στη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας σε δεδομένο χρόνο σε σχέση με το χρόνο διακοπής της εργασίας, στην παραγραφή κ.λ.π. δεν ισχύουν για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου 2… 4. Ολόκληρος ο χρόνος της διαδοχικής ασφάλισης υπολογίζεται από τον αρμόδιο για την απονομή της σύνταξης οργανισμό ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλισή του, τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όσο και για τον καθορισμό του ποσού της σύνταξης…». Εξάλλου, στο άρθρο 5 του αυτού ως άνω ν.δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1405/1983, ορίζονται τα εξής: «1. Ο οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη θεωρεί ότι ο χρόνος ασφάλισης σ’ αυτόν και στους άλλους οργανισμούς, διανύθηκε στην ασφάλισή του, υπολογίζει το ποσό της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του και το καταβάλλει ολόκληρο στο δικαιούχο μαζί με τις προσαυξήσεις (για οικογενειακά βάρη, απόλυτη αναπηρία κ.λ.π.). 2. Χρόνος ασφάλισης ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για τη συνταξιοδότηση είναι ο χρόνος που υπολογίζεται για την απονομή της σύνταξης σύμφωνα με τη νομοθεσία του οργανισμού στον οποίο διανύθηκε και εφόσον έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στον χρόνο αυτόν μαζί με τα τυχόν πρόσθετα τέλη ή έχει ρυθμιστεί με διάταξη νόμου η καταβολή τους σε δόσεις μέχρι την ημέρα πριν από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης του οργανισμού ο οποίος απονέμει τη σύνταξη. 3. … 4. Ο ασφαλιστικός οργανισμός που απονέμει τη σύνταξη ζητά από τους άλλους οργανισμούς το ποσό της συμμετοχής τους στη δαπάνη της συνταξιοδότησης, το οποίο είναι ίσο με το 20% του γινομένου του αριθμού ημερών ασφάλισης, ο οποίος προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο και του κατώτατου ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη, όπως ισχύει την 31η Δεκέμβρη κάθε έτους. Για τους Οργανισμούς Επικουρικής Ασφάλισης το παραπάνω ποσοστό μειώνεται σε 10%. Τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να μεταβάλλονται κατά οργανισμό με απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 5. Μέσα στο μήνα Μάρτη κάθε έτους υπολογίζεται από καθέναν ασφαλιστικό οργανισμό ο συνολικός αριθμός ημερών ασφάλισης που μεταφέρθηκαν σ’ αυτόν από καθέναν από τους άλλους οργανισμούς, καθώς και ο συνολικός αριθμός ημερών που διανύθηκαν στην ασφάλισή του και μεταφέρθηκαν σ’ άλλο οργανισμό για τη χορήγηση και στις δύο περιπτώσεις σύνταξης κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η διαφορά του αριθμού ημερών ασφάλισης που μεταφέρθηκαν προς και από κάθε ασφαλιστικό οργανισμό αποτελεί τη βάση για τον προσδιορισμό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, του ποσού συμμετοχής στη δαπάνη της συνταξιοδότησης για καθένα ημερολογιακό έτος. 6. Το ποσό συμμετοχής στη δαπάνη συνταξιοδότησης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τις προηγούμενες παραγράφους 4 και 5, αποδίδεται από τον υπόχρεο ασφαλιστικό οργανισμό στους οργανισμούς στους οποίους οφείλεται είτε εφάπαξ είτε σε δώδεκα (12) ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις … 7. (όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. αυτής αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 10 του Ν. 1405/1983, Α΄ 180, και, ακολούθως, τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 1539/1985, Α΄ 64, αφότου ίσχυσε). Μετά το διακανονισμό που ορίζεται στις παραγράφους 4 και 5 παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον οργανισμό που απονέμει τη σύνταξη. Ο ασφαλισμένος των παραπάνω οργανισμών θεωρείται οριστικά συνταξιούχος του οργανισμού που  απονέμει τη σύνταξη από την ημέρα που αρχίζει η καταβολή της σύνταξής του. Από την ίδια ημέρα παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης προς τον ασφαλισμένο τους. Από την ημέρα αυτή δεν είναι πλέον δυνατή η αποδέσμευση του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση των οργανισμών αυτών». Τέλος, στις παρ. 1, 2 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 1405/1983 ορίζονται τα εξής: «1. Οι διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 10 του παρόντος νόμου, δεν έχουν εφαρμογή: α) στους ασφαλισμένους που υπάχθηκαν διαδοχικά από την ασφάλιση φορέα που ασφαλίζει αυτοτελώς απασχολούμενους στην ασφάλιση φορέα που ασφαλίζει μισθωτούς και αντίστροφα και β) … 2. Στις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου η σύνταξη του δικαιούχου είναι το άθροισμα των τμημάτων του ποσού της σύνταξης που προσδιορίζονται από τον απονέμοντα και τους άλλους οργανισμούς, οι οποίοι συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο. Ο φορέας που απονέμει τη σύνταξη καταβάλλει στον δικαιούχο το άθροισμα των τμημάτων των συντάξεων και ζητά από τους άλλους φορείς το ποσό της συμμετοχής τους στη δαπάνη για τη συνταξιοδότηση, το οποίο προσδιορίζεται και αποδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου … 5. Οι διατάξεις των παρ. 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του παρόντος νόμου έχουν ανάλογη εφαρμογή και σε περίπτωση απονομής σύνταξης με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου».


3. Επειδή, από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη και ιδίως από τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1539/1985, προκύπτει ότι το αίτημα περί αποχωρισμού χρόνου ασφάλισης, ο οποίος έχει διανυθεί σε άλλον ή άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς και είχε χρησιμοποιηθεί για συνταξιοδότηση κατά την ανωτέρω νομοθεσία, προκειμένου ο χρόνος αυτός είτε να χρησιμοποιηθεί εκ νέου προς συνταξιοδότηση κατά την ίδια νομοθεσία είτε να χρησιμοποιηθεί για αυτοτελή συνταξιοδότηση, πρέπει να υποβληθεί το βραδύτερο έως την έναρξη της καταβολής της κατ’ εφαρμογή του ν.δ. 4202/1961 χορηγούμενης σύνταξης. Τούτο, διότι, κατά τη ρητή διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως (παρ. 7 άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961), από την ημέρα που αρχίζει η καταβολή της συντάξεως «παύει κάθε υποχρέωση των οργανισμών που συμμετέχουν στη δαπάνη της συνταξιοδότησης στον ασφαλισμένο τους» και «δεν είναι πλέον δυνατή η αποδέσμευση του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση των οργανισμών αυτών (ΣτΕ 1294, 1295/2004, 2832, 2833/2005). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την απονομή της σύνταξης με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης που διανύθηκε σε οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, ο οποίος δεν είναι ο απονέμων τη σύνταξη, ο χρόνος που διανύθηκε στον συμμετέχοντα αυτό οργανισμό θεωρείται πλέον ως χρόνος που διανύθηκε στον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, αν υποβληθεί στο μέλλον νέο αίτημα συνταξιοδότησης από τον ασφαλισμένο προς τον ίδιο τον απονέμοντα φορέα ή άλλον, ο χρόνος ασφάλισης που είχε διανυθεί σε έναν ή περισσότερους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης και είχε ήδη συνυπολογισθεί για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος στο παρελθόν, κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως, πρέπει να θεωρηθεί από τον απονέμοντα τη νέα σύνταξη φορέα ως χρόνος ασφάλισης που διανύθηκε στον προηγούμενο απονέμοντα φορέα και όχι στους συμμετέχοντες κατά την πρώτη απονομή σύνταξης οργανισμούς (ΣτΕ 1484/2005). Εξάλλου, εφόσον οι ως άνω διατάξεις δεν διακρίνουν, τα ανωτέρω ισχύουν σε κάθε περίπτωση συνταξιοδότησης κατά τη νομοθεσία περί διαδοχικής ασφαλίσεως, δηλαδή, όχι μόνο στην περίπτωση απονομής σύνταξης λόγω γήρατος αλλά και στην περίπτωση απονομής σύνταξης λόγω αναπηρίας, προσωρινής ή εφ’ όρου ζωής, με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεως που διανύθηκε σε άλλον από τον απονέμοντα τη σύνταξη οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης (πρβ. ΣτΕ 2833/2005, 2832/2005, 1295/2004).

 

 4. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1711/1987 «Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της νομοθεσίας για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (ΝΑΤ)…» (Α΄ 109), ορίζεται ότι «Επί διαδοχικής ασφάλισης πρέπει να έχει ο διαδοχικά ασφαλισμένος μαζί με την υπηρεσία του πάνω σε πλοίο και το χρόνο ασφάλισης σε άλλους φορείς, εικοσαετή τουλάχιστον συνθετική ναυτική υπηρεσία και την ηλικία που απαιτεί για συνταξιοδότηση ο ασφαλιστικός φορέα στον οποίο έχει μεγαλύτερο χρόνο ασφάλισης εκτός από το ΝΑΤ. Εξομοιώνεται με πραγματική ναυτική υπηρεσία ο χρόνος ασφάλισης σε άλλο φορέα, όταν οι χρόνος αυτός, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, είναι απαραίτητος για την απόκτηση αποδεικτικού ναυτικής ικανότητας. Στον διαδοχικά ασφαλισμένο, που έχει συμπληρώσει το πεντηκοστό έτος της ηλικίας του, το Ν.Α.Τ., αν είναι ο τελευταίος ασφαλιστικός φορέας, χορηγεί τη σύνταξη που δικαιούται με βάση τα χρόνια της πραγματικής ναυτικής υπηρεσίας του. Η σύνταξη αυτή, ύστερα από αίτηση του συνταξιούχου στο Ν.Α.Τ., προσαυξάνεται αφού ληφθούν υπόψη τα χρόνια ασφάλισής του σε άλλο φορέα μόνο όταν συμπληρώσει το όριο ηλικίας που απαιτεί ο άλλος φορέας. Εάν ο συνταξιούχος έχει χρόνο ασφάλισης σε περισσότερους φορείς, οι αιτήσεις για προσαύξηση υποβάλλονται μόλις συμπληρώσει την προϋπόθεση της ηλικίας που ορίζεται στην νομοθεσία για κάθε φορέα. … Τα παραπάνω δεν ισχύουν για τους ναυτικούς που έχουν συμπληρώσει συνθετική ναυτική υπηρεσία στο Ν.Α.Τ. δεκαπέντε ετών μόνο με ναυτική υπηρεσία, έστω και αν έχουν και χρόνο ασφάλισης σε άλλους φορείς». Εξάλλου, με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 913/1978 (Α΄ 220) κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο νόμου με αριθμό 792/1978 οι διατάξεις περί του αναιρεσείοντος Ταμείου. Στο άρθρο 1 του κωδικοποιημένου αυτού νόμου ορίζονται, εκτός άλλων, τα εξής: «Έννοια εκφράσεων και εκτιμήσεων. Αι κατωτέρω αναφερόμεναι εκφράσεις και επιτιμήσεις έχουσι, προκειμένου περί του παρόντος νόμου, την καθ’ εκάστη τούτων αναφερομένη έννοια: … Ναυτική Υπηρεσία: α) Η παρεχόμενη υπό ναυτικού εργασία εν πλοίω ως μέλος συγκεκριμένου πληρώματος β) … Πραγματική Ναυτική Υπηρεσία: Η παρεχόμενη υπό ναυτικού εργασία εν πλοίω ως μέλους συγκεκριμένου πληρώματος, ως και η αντιστοιχούσα εις χρόνον υπαγωγής του εις την παρά τω Ν.Α.Τ. ασφάλισιν, κατά του εν άρθρω 3 του παρόντος οριζόμενα. Ομοίως η εν άρθρω 16 παρ. 1 εδ. β΄ του παρόντος αναγραφόμενη υπηρεσία Π.Ν., η εν άρθρω 41 του παρόντος εξαγοραζομένη υπηρεσία πολεμικής περιόδου και λοιπαί εν αυτώ περιπτώσεις, ως και η εν άρθρω 38 του ίδιου νόμου εξαγοραζόμενη υπηρεσία Δωδεκανήσιων ναυτικών. … Συνθετική ναυτική υπηρεσία: Ξ «πραγματική ναυτική υπηρεσία» επαυξημένη 1. Κατά 7,1% προκειμένου περί υπηρεσίας κτηθείσης ή εξομοιουμένης προς υπηρεσίαν κτηθείσαν επί πλοίων, των οποίων η μισθοδοσία των πληρωμάτων καθορίζεται υπό των συλλογικών συμβάσεων ή ελλείψει τοιούτων δια των αποφάσεων του Υπουργού εις δραχμάς, εξαιρέσει της υπηρεσίας της κτηθείσης επί Ι/φ-π/κ [ιστιοφόρων-πετρελαιοκίνητων] και πλωτών ναυπηγημάτων ως και θαλαμηγών μέχρι και 100 κόρων ολικής χωρητικότητας (κοχ). 2. Κατά 15,4% προκειμένου περί υπηρεσίας κτηθείσης ή εξομοιουμένης προς υπηρεσίαν κτηθείσαν επί δεξαμενοπλοίων, των οποίων η μισθοδοσία των πληρωμάτων καθορίζεται κατά τα άνω εις ξένον νόμισμα ή εις δραχμάς μετατρεπομένας και καταβαλλομένας εις ελεύθερον συνάλλαγμα. 3. Κατά 11% προκειμένου περί υπηρεσίας κτηθείσης ή εξομοιουμένης προς υπηρεσίας επί των λοιπών πλοίων, των οποίων η μισθοδοσία των πληρωμάτων καθορίζεται κατά τα εν προηγουμένη περιπτώσει αναφερόμενα. 4. Κατά 50% προκειμένου περί εργασίας δύτου ανήκοντος εις συγκεκροτημένο πλήρωμα σπογγαλιευτικού πλοίου. …».

 

 5. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1711/1987 επιδιώκεται, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του νόμου τούτου, η αντιμετώπιση προβλημάτων που δημιουργήθηκαν εις βάρος των πραγματικών ναυτικών από την άνευ προϋποθέσεων εφαρμογή του συστήματος της διαδοχικής ασφαλίσεως στο Ν.Α.Τ. Ειδικότερα, επιδιώκεται να προστατευθεί ο μόχθος των τελευταίων από εκείνους, οι οποίοι, ενώ έχουν προσανατολισθεί επαγγελματικά να συνταξιοδοτηθούν από άλλον ασφαλιστικό οργανισμό στο 60ό ή το 65ο έτος της ηλικίας τους, επωφελούμενοι των ευνοϊκών για τους ναυτικούς διατάξεων, θα αποκτήσουν στην θάλασσα ορισμένη υπηρεσία για να συνταξιοδοτηθούν από το Ν.Α.Τ., ως τελευταίο οργανισμό στον οποίο ασφαλίσθηκαν, μόλις συμπληρώσουν το 50ό έτος της ηλικίας τους. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των ίδιων ως άνω διατάξεων, εν όψει και του ανωτέρω σκοπού τους, συνάγεται ότι επί αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως που υποβάλλεται, κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως, για την απονομή συντάξεως από το Ν.Α.Τ. ως τελευταίο ασφαλιστικό οργανισμό τάσσεται ως προϋπόθεση να έχει συμπληρώσει ο διαδοχικά ασφαλισμένος εικοσαετή τουλάχιστον συνθετική ναυτική υπηρεσία (υπηρεσία πάνω σε πλοίο και ασφάλιση σε άλλους ασφαλιστικούς οργανισμούς) και την ηλικία που απαιτείται προς συνταξιοδότηση από την νομοθεσία του ασφαλιστικού οργανισμού, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει πραγματοποιήσει τον περισσότερο χρόνο ασφαλίσεως, εκτός από το Ν.Α.Τ. Σε περίπτωση, πάντως, που ο διαδοχικά ασφαλισμένος δεν έχει μεν συμπληρώσει το τελευταίο τούτο όριο ηλικίας, έχει όμως συμπληρώσει το 50ό έτος, το Ν.Α.Τ., αν είναι ο τελευταίος ασφαλιστικός φορέας, χορηγεί σ’ αυτόν σύνταξη με βάση τον χρόνο της πραγματικής ναυτικής υπηρεσίας του, αργότερα δε, όταν ο διαδοχικά ασφαλισμένος συμπληρώνει το όριο ηλικίας που απαιτεί η νομοθεσία του συμμετέχοντος στην διαδοχική ασφάλιση φορέως, το Ν.Α.Τ. προσαυξάνει την σύνταξη, κατόπιν σχετική αιτήσεως του συνταξιούχου, συνυπολογίζοντας και τον χρόνο ασφαλίσεως αυτού στον εν λόγω συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό (βλ. ΣτΕ 3464, 3461/2004, 2295/2003, 3603, 58/1999). Τα ανωτέρω δεν ισχύουν-σύμφωνα με τα ρητώς οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 1711/1987- για τους ναυτικούς, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει στην ασφάλιση του Ν.Α.Τ. συνθετική ναυτική υπηρεσία δέκα πέντε ετών, υπολογιζόμενη με βάση τον χρόνο της ναυτικής μόνο υπηρεσίας, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει ο δικαιολογητικός λόγος που υπαγόρευσε-κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα-τη θέσπιση ειδικών προϋποθέσεων για την απονομή συντάξεως από το Ν.Α.Τ. βάσει των αρχών της διαδοχικής ασφάλισης. Προκειμένου, εξάλλου, να πληρωθεί η νόμιμη προϋπόθεση της δεκαπενταετούς συνθετικής αμιγούς ναυτικής υπηρεσίας, ως χρόνος αμιγούς ναυτικής υπηρεσίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ο χρόνος που διανύθηκε σε άλλους, πλην του Ν.Α.Τ., ασφαλιστικούς οργανισμούς, αλλά μόνο ο χρόνος πραγματικής ναυτικής υπηρεσίας, όπως αυτός προσδιορίζεται στο προπαρατεθέν άρθρο 1 του κωδικοποιημένου νόμου 792/1978, επαυξημένος κατά τα ποσοστά που προβλέπει κατά περίπτωση το ίδιο άρθρο.

 

6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος υπήχθη διαδοχικώς στην ασφάλιση του ΙΚΑ, του ΝΑΤ και του ΤΣΑ. Από το ΤΣΑ έλαβε σύνταξη λόγω αναπηρίας από 26/7/1986 έως 31/5/1988 κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως. Μετά τη διακοπή από 1-6-1988 της εν λόγω συνταξιοδότησης επανήλθε στο ναυτικό επάγγελμα και υπήχθη στην ασφάλιση του ΝΑΤ για 5 έτη, 7 μήνες και 20 ημέρες. Στις 14-5-1999, με τη συμπλήρωση του 50ου έτους της ηλικίας του, ζήτησε από το ΝΑΤ να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος με συνυπολογισμό του χρόνου ασφάλισης στο ΙΚΑ και ΝΑΤ. Η αίτηση αυτή δεν ευδοκίμησε, διότι από σχετική αλληλογραφία μεταξύ του ΝΑΤ, του ΙΚΑ και του ΤΣΑ, προέκυψε ότι ολόκληρος ο χρόνος ασφάλισης του αναιρεσίβλητου στο ΙΚΑ και το ΝΑΤ είχε συνυπολογισθεί για τη συνταξιοδότησή του από το ΤΣΑ και ότι, συνεπώς, ο χρόνος αυτός θεωρείται πλέον ως χρόνος που είχε διανυθεί στην ασφάλιση του τελευταίου αυτού Ταμείου. Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο ΝΑΤ στις 2-11-2000 νεότερη αίτηση με την οποία ζήτησε εκ νέου την απονομή συντάξεως γήρατος με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεώς του στο ΤΣΑ. Το ΝΑΤ με την 146/17-1-2001 απόφαση του Διευθυντή Παροχών χορήγησε τελικώς στον αναιρεσίβλητο σύνταξη γήρατος, 51.430 δρχ. από 1-12-2000, για τον υπολογισμό της οποίας ελήφθη υπόψη κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 1711/1987 μόνο ο χρόνος της ναυτικής υπηρεσίας του αναιρεσείοντος μετά τη διακοπή της συνταξιοδότησής του από το ΤΣΑ (5 έτη, 7 μήνες και 20 ημέρες). Με την από 20-1-2003 αγωγή του κατά του ΝΑΤ ο αναιρεσίβλητος του ΝΑΤ ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι η σύνταξή του έπρεπε να καθορισθεί με βάση το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 1711/1987, δεδομένου ότι είχε πραγματοποιήσει στην ασφάλιση του ΝΑΤ πραγματική ναυτική υπηρεσία που υπερέβαινε-με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεώς του στο ΝΑΤ μετά τη διακοπή της συτναξιοδότησής του από το ΤΣΑ (5 έτη, 7 μήνες και 20 ημέρες) και πριν από τη συνταξιοδότησή του αυτή (8 έτη, 10 μήνες και 27 ημέρες) τα δέκα πέντε έτη. Ενόψει τούτου, εδικαιούτο, κατά τους ισχυρισμούς του, ακέραιο το ποσό της σύνταξης που αναλογούσε στον συνολικό χρόνο ασφαλίσεως τους στους προαναφερθέντες ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΙΚΑ, ΝΑΤ και ΤΣΑ) από 1-6-1999, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από την υποβολή της αρχικής 8060/14-5-1999 αιτήσεώς του. Επικουρικώς, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι, τα αρμόδια όργανα του ΝΑΤ μη νομίμως καθόρισαν το ύψος της χορηγηθείσας σε αυτόν συντάξεως σε ποσό μικρότερο του κατώτατου ποσού συντάξεως που χορηγεί το Ταμείο στους ασφαλισμένους του. Με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τελικώς, να αναγνωρισθεί ότι το ΝΑΤ όφειλε να του καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 26.418,11 ευρώ, όπως αναλύεται το ποσό αυτό ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής. Επικουρικώς δε ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το ΝΑΤ όφειλε να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 10.325,75 ευρώ, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του αναλογεί στην κατώτατη σύνταξη, τα δώρα εορτών κλπ., κατά την ειδικότερη ανάλυση του ποσού αυτού στο δικόγραφο της αγωγής. Η αγωγή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη απόφαση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις το ΝΑΤ και ο αναιρεσίβλητος. Με την  ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των διατάξεων του ν.δ. 4202/1961, ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί στους λοιπούς, πλην του απονέμοντος τη σύνταξη, ασφαλιστικούς οργανισμούς θεωρείται καταρχήν ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του απονέμοντος ασφαλιστικού οργανισμού, η αρχή, όμως, αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση οριστικής συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου για οποιαδήποτε αιτία. Η εν λόγω αρχή δεν ισχύει, αντιθέτως, κατά το διοικητικό εφετείο, προκειμένου περί πρόσκαιρης συνταξιοδοτήσεως, μετά τη διακοπή της οποίας ο συνταξιοδοτηθείς διαδοχικώς ασφαλισμένος αναλαμβάνει εργασία, η οποία είναι ασφαλιστέα σε κάποιον από τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, στην ασφάλιση των οποίων είχε υπαχθεί, θεμελιώνει δε, ύστερα από την πραγματοποίηση χρόνου ασφαλίσεως στον ασφαλιστικό αυτό οργανισμό και σύμφωνα με τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως, το μοναδικό ασφαλιστικό του δικαίωμα. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος που είχε διανυθεί διαδοχικώς στην ασφάλιση των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών πριν από την κατά τα ανωτέρω πρόσκαιρη συνταξιοδότηση αποδεσμεύεται και αποτελεί χρόνο ασφαλίσεως στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, στους οποίους ο χρόνος αυτός είχε διανυθεί. Ενόψει των παραδοχών αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο χρόνος που είχε πραγματοποιήσει ο αναιρεσίβλητος στην ασφάλιση του Ν.Α.Τ. πριν από την πρόσκαιρη συνταξιοδότησή του από το Τ.Σ.Α. έπρεπε να συνυπολογιστεί με τον χρόνο που πραγματοποίησε αυτός στην ασφάλιση του ίδιου Ταμείου μετά τη διακοπή της ως άνω πρόσκαιρης συνταξιοδότησης και, επομένως, η συνθετική ναυτική υπηρεσία του, υπολογιζόμενη με βάση την πραγματική ναυτική του υπηρεσία, επαυξημένη κατά ποσοστό 11,1%, βάσει των διατάξεων του άρθρου 1 του κωδικοποιημένου νόμου 792/1978, ανερχόταν σε 16 έτη, 1 μήνα και 27 ημέρες. Εφόσον δε ο αναιρεσίβλητος είχε συμπληρώσει -σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση -  συνθετική ναυτική υπηρεσία στο αναιρεσείον Ταμείο μεγαλύτερη από την από την απαιτούμενη από το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 1711/1987 συνθετική ναυτική υπηρεσία με αμιγώς ναυτική υπηρεσία δέκα πέντε ετών και είχε ηλικία μεγαλύτερη των πενήντα ετών, δικαιούτο αυτός ακέραιο το ποσό της σύνταξης γήρατος που αντιστοιχούσε στον συνολικό χρόνο ασφαλίσεως που είχε διανύσει σε όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, στην ασφάλιση των οποίων είχε υπαχθεί διαδοχικώς. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι μη νομίμως καθορίστηκε η σύνταξη γήρατος του  αναιρεσιβλήτου με βάση μόνο τον χρόνο της ναυτικής υπηρεσίας που πραγματοποίησε αυτός στην ασφάλιση του Ν.Α.Τ. μετά τη διακοπή της πρόσκαιρης συνταξιοδοτήσεώς του από το Τ.Σ.Α. και, επομένως, ενέχεται το αναιρεσείον Ταμείο σε αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Εξάλλου, εφόσον ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απονομή συντάξεως λόγω γήρατος με συνυπολογισμό του χρόνου ασφαλίσεώς του στο Τ.Σ.Α. και όχι μόνο στο Ι.Κ.Α. το πρώτον με την υπ’ αριθμ. 16620/2.11.2000 αίτησή του, η ευθύνη του αναιρεσείοντος Ταμείου προς αποζημίωση θεμελιώθηκε - κατά το δικάσαν δικαστήριο - την 1.12.2000, δηλαδή την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της εν λόγω αιτήσεως, η οποία οριοθέτησε τον χρόνο καταβολής της πλήρους συντάξεως γήρατος αυτού. Με τις σκέψεις αυτές, το διοικητικό εφετείο έκανε δεκτές τις ενώπιόν του ασκηθείσες εφέσεις και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, εν συνεχεία δε έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Ταμείο όφειλε να καταβάλει σε αυτόν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 14.012,14 ευρώ, το οποίο ισούται με τη διαφορά μεταξύ των συντάξεων, δώρων εορτών και επιδομάτων που δικαιούτο να λάβει και αυτών που πράγματι έλαβε από την ημέρα της συνταξιοδότησής του, δηλαδή από την 1.12.2000, έως την 31.12.2002. Η κρίση όμως αυτή του διοικητικού εφετείου δεν είναι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 3 ορθή. Τούτο δε, διότι ο διανυθείς στην ασφάλιση του ΝΑΤ χρόνος πραγματικής ναυτικής υπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου, που είχε συνυπολογισθεί για τη συνταξιοδότησή του από το ΤΣΑ κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως, νομίμως θεωρήθηκε από τα αρμόδια όργανα του ΝΑΤ ως χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του Τ.Σ.Α. Ο χρόνος δε αυτός δεν μπορούσε να αποδεσμευθεί και να ληφθεί υπόψη εκ νέου από το αναιρεσείον Ταμείο με την ιδιότητα του συμμετέχοντος οργανισμού ως χρόνος πραγματικής ναυτικής υπηρεσίας, προκειμένου να θεωρηθεί ότι επληρούτο στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου η κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1711/1987 προϋπόθεση της δεκαπενταετούς συνθετικής ναυτικής υπηρεσίας. Από την άποψη δε αυτή δεν ασκεί επιρροή, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη εκτεθεί, το γεγονός ότι η συνταξιοδότηση του αναιρεσιβλήτου από το Τ.Σ.Α. είχε χωρήσει λόγω αναπηρίας, η οποία διεκόπη όταν αυτός κρίθηκε ικανός προς ναυτική εργασία, αφού ο χρόνος που διανύθηκε στην ασφάλιση του ΝΑΤ πριν από τη συνταξιοδότησή του από το ΤΣΑ είχε συνυπολογισθεί για την εν λόγω συνταξιοδότησή του κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως και δεν ήταν, ως εκ τούτου, δυνατή η αποδέσμευση του χρόνου αυτού και ο συνυπολογισμός του με το χρόνο της ασφαλίσεώς του στο ΝΑΤ μετά την συνταξιοδότησή του αυτή. Με τα δεδομένα αυτά, κατά παραδοχή σχετικού λόγου προβαλλομένου από το ΝΑΤ, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση του διοικητικού εφετείου. Όμως, λόγω της μείζονος σπουδαιότητος του ζητήματος που έχει ανακύψει ως προς την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 4202/1961 σχετικά με τη δυνατότητα αποδέσμευσης του διαδοχικώς διανυθέντος και αναγνωρισθέντος χρόνου ασφαλίσεως στο ΝΑΤ κατά τη χορήγηση στον αναιρεσίβλητο συντάξεως αναπηρίας από το ΤΣΑ, το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), στην επταμελή σύνθεσή του και να ορισθεί εισηγητής η Σύμβουλος Σ. Χρυσικοπούλου.

 

Διά ταύτα

 

Απέχει να αποφανθεί οριστικώς.

Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το αιτιολογικό, και ορίζει δικάσιμο την 24 Σεπτεμβρίου 2012 και εισηγητή την Σύμβουλο……..

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2011.

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος                                                           Η Γραμματέας

(ΠΗΓΗ: LAWNET.INTRASOFTNET.COM) 

 

    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Αιτωλοακαρνανία Ιωάννινα Πρέβεζα Αλεξανδούπολη Βόρεια Κυνουρία Ζαγόρι Κάρυστος Λυκόβρυση Πεύκη Νότια Κυνουρία Πύλη Τρίκαλα Άρτα Καστοριά Σάμος Αμάρι Γεώργιος Καραϊσκάκης Ηγουμενίτσα Κέα Μαρκόπουλο Μεσογαίας Οιχαλία Ρήγας Φερραίος Φαιστός Άρτα Καστοριά Σάμος Αμάρι Γεώργιος Καραϊσκάκης Ηγουμενίτσα Κέα Μαρκόπουλο Μεσογαίας Οιχαλία Ρήγας Φερραίος Φαιστός Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης νέα Αχαΐας Κιλκίς Φθιώτιδας Αμφίκλεια Ελάτεια Δάφνη Υμηττός Ηράκλειο Κηφισιά Μεγίστη Παγγαίο Σαρωνικός Φλώρινα Πρωτοσέλιδα Ειδήσεις Νότιο Αιγαίο Ημαθία Μεσσηνία Άγραφα Βάρη Βούλα Βουλιαγμένη Εμμανουήλ Παππάς Καλαμάτα Λειψοί Νέα Προποντίδα Πλατανιάς Σύμη Εφημερίδες
Πανελλαδικής Κυκλοφορίας Κέρκυρα Σέρρες Αμοργός Γόρτυνα Ηλιούπολη Κερατσίνι Δραπετσώνα Μεγαλόπολη Ορεστίδα Σαλαμίνα Φάρσαλα
Copyright © 2017 All rights reserved Αργολίδα Καβάλα Ρέθυμνο Άλιμος Βριλήσσια Ζαχάρω Κασσάνδρα Μαλεβίζιο Ξάνθη Πύργος Τριφυλία developed and powered by WGR