Παραποίηση και απομίμηση σήματος

ΣΗΜΑ. Έννοια σήματος. Παραποίηση και απομίμηση 

ΜΠρΑθ 9476/2012 [Σήμα]

ΣΗΜΑ. Έννοια σήματος. Παραποίηση και απομίμηση. Διευρυμένη νομική προστασία σημάτων φήμης. Προσπορισμός αθέμιτου οφέλους με τη χρήση του για ανόμοια ή και παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Προϋποθέσεις προστασίας αλλοδαπού σήματος. Κοινοτικό σήμα. Επικουρική εφαρμογή των άρθρων 1 και 13 Ν 146/1914 , όταν το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα. Κίνδυνος σύγχυσης. Αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ και γ’, 18 παρ. 1 και 26 του Ν 2239/1994  συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, μπορούν δε να αποτελέσουν σήμα, εκτός των άλλων, οι λέξεις, οι απεικονίσεις ή ο συνδυασμός αυτών, β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για τη διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, και συγκεκριμένα παρέχεται σ’ αυτόν το δικαίωμα, να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα, ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά, ή οπτικοακουστικά μέσα (βλ. ΑΠ 1660/2008 και ΑΠ 330/2007 Nomos), ενώ όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλο, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο, γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (βλ. ΑΠ 1227/2008 Nomos, ΑΠ 1030/2008 ΕΕμπΔ 2008,891, ΕφΑθ 103/2009  ΔΕΕ 2009,443 με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία).

 

Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα «σήματα φήμης», σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1γ του ανωτέρω νόμου. Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία πέραν της διά τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δύναμης. Η έννοια του «σήματος φήμης», μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, στ) η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, ζ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, και η) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ. και ΔΕΚ Υποθ. C-375/1997). Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης. Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ως άνω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από τη διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιούμενου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητα του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά. Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες.

 

Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. γ του Ν 2239/1994 , στην οποία γίνεται μνεία περί μη παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών η διάταξη αυτή, τελολογικώς ερμηνευομένη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καταλαμβάνουσα και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από το μη δικαιούχο προς διάκριση παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών. Τούτο δε γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. ΑΠ 1030/2008 ό.π., ΕφΠειρ 478/2008  ΔΕΕ 2008,1371, ΕφΑθ 6762/2007  ΕΕμπΔ 2008,136, ΕφΑθ 4008/2006  ΔΕΕ 2007,183, ΕφΑθ 3798/2005  ΕλλΔνη 2006,300, Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση G-408/2001 ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5 παρ. 2 της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 4 παρ. 1γ τουΝ 2239/1994 , Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 1996, σελ. 342).

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του Ν 2239/1994  «Έλληνες ή αλλοδαποί που έχουν εκτός Ελλάδος την επαγγελματική τους εγκατάσταση, δύνανται να προστατευθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, αν στην πολιτεία που είναι επαγγελματικά εγκατεστημένοι προστατεύονται τα σήματα αυτών και υπάρχει σ’ αυτήν αμοιβαιότητα για την προστασία των ελληνικών σημάτων που έχει καθιερωθεί με διεθνή σύμβαση ή με ανταλλαγή κυβερνητικής δηλώσεως μεταξύ της Ελλάδος και αλλοδαπής πολιτείας». Για την προστασία στην Ελλάδα απαιτείται κατάθεση του σήματος με τη διαδικασία των άρθρων 6 και 33 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ενώ από την καταχώρηση στην Ελλάδα το αλλοδαπό σήμα καθίσταται ανεξάρτητο από το σήμα της πολιτείας όπου είναι η επαγγελματική εγκατάσταση του δικαιούχου (άρθρο 33 παρ. 3 Ν 2239/1994 ). Το δικαίωμα επομένως στο σήμα, ως κρατικά απονεμόμενο, ισχύει μόνο μέσα στα όρια της Ελληνικής Επικράτειας. Ομοίως δικαιώματα του σήματος απονεμόμενα από αλλοδαπές πολιτείες δεν αναπτύσσουν έννομα αποτελέσματα στην Ελλάδα πριν την προαναφερόμενη διαδικασία του άρθρου 33 του Ν 2239/1994 .

 

Για την προστασία του αλλοδαπού σήματος δεν αρκεί μόνο η κατάθεσή του στην Ελλάδα, αλλά απαιτείται και η καταχώρησή του, διαφορετικά το αλλοδαπό σήμα θα αντιμετωπιζόταν ευνοϊκότερα από το ημεδαπό. Απόκλιση από την αρχή της εδαφικότητας καθιερώνεται προκειμένου για το κοινοτικό σήμα, που θεσπίσθηκε με τον Καν(ΕΚ) 40/1994 του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1993 «για το κοινοτικό σήμα» (βλ. ΜΠρΘεσ 22972/2008 ΕλλΔνη 2009,882, ΜΠρΘεσ 21907/2004 ΝοΒ 53,710), ο οποίος καταργήθηκε από τον κωδικοποιητικό Καν(ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009 «για το κοινοτικό σήμα». Κατά το άρθρο 4 του Καν(ΕΚ) 207/2009, μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με το άρθρο 9 του ίδιου Κανονισμού το κοινοτικό σήμα παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα.

 

Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του: α) κάθε σημείο που ταυτίζεται με το κοινοτικό σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β) κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το κοινοτικό σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, οι οποίες καλύπτονται από το κοινοτικό σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού (ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος), γ) σημείο, που ταυτίζεται ή ομοιάζει με το κοινοτικό σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το κοινοτικό σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στην Κοινότητα και η χρησιμοποίηση χωρίς εύλογη αιτία του σημείου, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του κοινοτικού σήματος ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη (βλ. σχετ. ΠΠρΑθ 2275/2007 ΔΕΕ 2007,915).

 

Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Ν 146/1914  «περί αθεμίτου ανταγωνισμού» απαγορεύεται στις εμπορικές και βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού, εφόσον αντίκειται στα χρηστά ήθη, κατά δε το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου, όποιος στις συναλλαγές κάνει χρήση κάποιου ονόματος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα τα οποία άλλος χρησιμοποιεί νομίμως μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη της χρήσεως και αποζημίωση (βλ. ΑΠ 330/2007 ΕΕμπΔ 2007,425). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει: 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς σκοπό ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται και δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει. Κίνδυνος δε σύγχυσης υπάρχει όταν λόγω της ομοιότητας των διακριτικών γνωρισμάτων ο μέσος καταναλωτής μπορεί να παραπλανηθεί σχετικά με την προέλευση του προϊόντος που το αποδίδει σε άλλη επιχείρηση από εκείνη που πραγματικά το παράγει και το κυκλοφορεί (βλ. ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 2004,98, ΑΠ 1780/1999 ΕΕμπΔ 2000,804, ΑΠ 751/1995 ΔΕΕ 1996,255, ΕφΘεσ 1505/2004 ΔΕΕ 2004,1270). Με βάση την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914  προστατεύεται επικουρικά, εφόσον δεν είναι επαρκής στη συγκεκριμένη περίπτωση η προστασία από τον Ν 2239/1994  και το σήμα που έχει νόμιμα κατατεθεί, απαιτείται όμως στην περίπτωση αυτή η συνδρομή και των δύο προϋποθέσεων της εν λόγω διατάξεως, δηλαδή, ο σκοπός ανταγωνισμού και η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (βλ. ΠΠρΑθ 6989/2003  ΔΕΕ 2004,653, ΜΠρΘεσ 22972/2008 ό.π., ΜΠρΘεσ 21907/2004 ό.π., ΜΠρΑθ 16353/1999  ΕΕμπΔ 1999,813, ΜΠρΠατρ 1455/1997  ΕΕμπΔ 1998,151, Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 1971, σελ. 158), αν δε το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησής του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 Ν 146/1914  (βλ. ΕφΑθ 8142/2004  ΔΕΕ 2005,296).

 

Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσο αφορά είτε την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μίας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση (βλ. ΕφΑθ 103/2009  ό.π., ΕφΑθ 6762/2007  ό.π., ΕφΔωδ 11/2007 Nomos, ΠΠρΑθ 2275/2007  ό.π., ΜΠρΑμφ 286/2009 ΝοΒ 59,974, ΜΠρΑθ 7032/2008  ΕλλΔνη 2009,621, Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 1996, σελ. 338). Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (βλ. ΑΠ 310/1990 ΕλλΔνη 199,72, ΑΠ 197/1989 ΕλλΔνη 1990,1426, ΕφΘεσ 77/2007 ΕπισκΕΔ 2007,504, ΕφΠειρ 291/2005  ΠειρΝομ 2005,200, ΕφΑθ 6260/2002  ΕλλΔνη 2003,803).

 

Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914 , που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 1 του νομού αυτού, αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Χρήση που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση είναι και η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, το δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων κ.λπ. Σημασία έχει η γενική εντύπωση που δημιουργείται και ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές (βλ. ΕφΑθ 103/2009  ό.π., ΕφΑθ 5775/2005  ΔΕΕ 2006,616, ΜΠρΛαρ 891/2004 ΕπισκΕΔ 2004. 802, ΜΠρΑθ 9198/2003  ΕΕμπΔ 2004,423, ΜΠρΠατρ 868/2001  ΔΕΕ 2001,711). Η ύπαρξη δε κινδύνου σύγχυσης δεν προϋποθέτει σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ή ομοιότητα των προϊόντων τους, αρκεί να υπάρχει κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις.

 

Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύγκρουση μεταξύ δύο διακριτικών γνωρισμάτων, ήτοι ενός σήματος αφενός και ενός διακριτικού γνωρίσματος αφετέρου, τότε ισχύει ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι το παλαιότερο κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεοτέρου (βλ. ΕφΠειρ 291/2005  ό.π., ΕφΑθ 4760/2001  ΔΕΕ 2001,989, ΕφΑθ 3119/1995  ΕΕμπΔ 1995,343, ΜΠρΙωαν 54/2006 Αρμ 2006,72). Εξάλλου, σε περίπτωση παραβάσεως των ανωτέρω διατάξεων μπορεί κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Ν 146/1914  και 27 του Ν 2239/1994 , εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δηλαδή επείγουσα περίπτωση ή επικείμενος κίνδυνος, να ζητηθεί προσωρινή δικαστική προστασία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. και 731 ΚΠολΔ, για την εξασφάλιση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης του δικαιούχου έναντι τρίτων, με την απειλή μάλιστα των εμμέσων ποινών εκτέλεσης του άρθρου 947 του ίδιου κώδικα. Ως ασφαλιστικά μέτρα που μπορούν να διαταχθούν, είναι η απαγόρευση της χρήσης του σήματος, η προσωρινή απαγόρευση της κατασκευής και κυκλοφορίας καθώς και η περιγραφή και κατάσχεση του προϊόντος, η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στον ημερήσιο τύπο με δαπάνες του παραβάτη που ηττήθηκε κατ’ άρθρο 22 του Ν 146/1914  (βλ. ΜΠρΘεσ 22972/2008 ό.π., ΜΠρΑθ 9198/2003  ό.π., ΜΠρΛειβ 124/2001 Αρμ 2002,726, ΜΠρΚαλ 895/2000  Αρμ 2002,722, ΜΠρΑθ 4677/2000 ΕΕμπΔ 2000,580, ΜΠρΘεσ 20341/1998 ΔΕΕ 1998,1069, ΜΠρΑθ 21626/1994  ΕλλΔνη 1995,1168), δεν μπορεί όμως να διαταχθεί η καταστροφή του προϊόντος (βλ. ΜΠρΘεσ 22972/2008 ό.π., ΜΠρΘεσ 20341/1998 ό.π.).

 

Το δικαστήριο έχει εξουσία στα πλαίσια της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης να διατάξει την προσωρινή παράλειψη ή την προσωρινή επιχείρηση πράξεων, προκειμένου να προστατευθεί απόλυτο δικαίωμα χωρίς με αυτό να θίγεται η διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ. Και τούτο διότι η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει να ληφθούν τέτοιου είδους ασφαλιστικά μέτρα όταν υπάρχει μία διαρκής έννομη σχέση. Η αξίωση προς παράλειψη μελλοντικών προσβολών του απόλυτου δικαιώματος έχει από τη φύση τόση διάρκεια όση είναι η διάρκεια της ισχύος του δικαιώματος από το οποίο απορρέει. Συνεπώς, η αξίωση αυτή είναι μία διαρκής έννομη σχέση, η οποία, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να τεθεί προσωρινά σε λειτουργία, χωρίς με αυτό να κινδυνεύει να ματαιωθεί ο σκοπός της κύριας δίκης (να ικανοποιείται οριστικά και αμετάκλητα το ασφαλιστέο δικαίωμα), δεδομένου ότι η παροχή του «οφειλέτη» δηλαδή η υποχρέωσή του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα απόλυτα δικαιώματα τρίτων δεν εκπληρώνεται εφάπαξ αλλά ισχύει στο διηνεκές (βλ. ΜΠρΑμφ 286/2009 ό.π., ΜΠρΑθ 9198/2003  ό.π., Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, 1985,σελ. 268-269).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «CATERPILLAR INC.», που εδρεύει στις ΗΠΑ, εκθέτει με την υπό κρίση αίτησή της ότι δραστηριοποιείται στον τομέα κατασκευής εξοπλισμού, οχημάτων και μηχανημάτων, μεταξύ των οποίων χωματουργικά μηχανήματα (γκρέιντερς, εκσκαφείς, φορτωτές), γεννήτριες κ.λπ. ναυτικές μηχανές και ανυψωτικά μηχανήματα, διαθέτει δε σε παγκόσμιο επίπεδο δίκτυο εξουσιοδοτημένων διανομέων, οι οποίοι παρέχουν υψηλής ποιότητας υπηρεσίες επισκευής και συντήρηση των εν λόγω μηχανημάτων. Ότι ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα της εταιρίας και του δικτύου της αποτελεί ο χρωματικός συνδυασμός μαύρου και κίτρινου χρώματος, το οποίο χρησιμοποιείται για τη διάκριση των προϊόντων και των υπηρεσιών της. Ότι τον Ιούλιο του 2002, η ίδια εισήγαγε ένα σύστημα ταυτοποίησης των μελών του δικτύου της, καθιερώνοντας την ομοιόμορφη χρήση διακριτικού γνωρίσματος και συγκεκριμένα το «διακριτικό εξουσιοδοτημένου διανομέα της CATERPILLAR», αποτελούμενου από ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, που φέρει τον ως άνω συνδυασμό μαύρου και κίτρινου χρώματος, όπως περιγράφεται και απεικονίζεται στο ενσωματωμένο στην αίτηση αντίγραφο, το οποίο συνιστά διακριτικό γνώρισμα των εξουσιοδοτημένων διανομέων της εταιρίας και χρησιμοποιείται με ομοιόμορφο τρόπο από όλα τα μέλη του επίσημου δικτύου της διανομέων, ως στοιχείο δηλωτικό της ένταξής τους σ’ αυτό. Ότι η ίδια έχει καταχωρήσει το «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR» ως κοινοτικό σήμα και ειδικότερα είναι δικαιούχος των υπ’ αριθμ. ... και ... κοινοτικών σημάτων, τα οποία έχουν καταστεί σήματα φήμης στη διεθνή και ελληνική αγορά. Ότι αποκλειστικός διανομέας αυτής (αιτούσας) στην Ελλάδα τυγχάνει η μη διάδικος εταιρία με την επωνυμία «Ε. ΑΕ», η οποία χρησιμοποιεί το κοινοτικό σήμα - «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR», με την επωνυμία της τοποθετημένη στο κίτρινο τμήμα του προπεριγραφόμενου παραλληλογράμμου.

Ότι οι εδρεύουσες στην Πάτρα πρώτη των καθ’ ων ανώνυμη εταιρία και δεύτερη των καθ’ ων μονοπρόσωπη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, της οποίας μοναδικός εταίρος και διαχειριστής τυγχάνει ο τρίτος των καθ’ ων, έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την πώληση και ενοικίαση χωματουργικών μηχανημάτων και γεννητριών και την επισκευή και συντήρηση τέτοιων μηχανημάτων. Ότι πρόσφατα διαπίστωσε ότι οι πρώτη και δεύτερη των καθ’ ων εταιρίες, χρησιμοποιούν ως λογότυπα των επιχειρήσεών τους σε έντυπο υλικό (φυλλάδια, επαγγελματικές κάρτες), σε διαφημιστικές καταχωρήσεις σε περιοδικά και στην ιστοσελίδα τους στο διαδίκτυο, τις ενδείξεις που περιγράφονται και απεικονίζονται σε ενσωματωμένα στην αίτηση αντίγραφα, οι οποίες αποτελούν απομιμήσεις του σήματος και διακριτικού γνωρίσματος «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR». Ότι με τη χρήση αυτή οι καθ’ ων εταιρίες δημιουργούν στο καταναλωτικό κοινό σύγχυση και την πεπλανημένη εντύπωση ότι υφίσταται εμπορική σχέση μεταξύ τους και δη ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομέων της ίδιας και ότι είναι εξουσιοδοτημένες να παρέχουν υπηρεσίες πώλησης, ενοικίασης, χρηματοδοτικής μίσθωσης και τεχνικής υποστήριξης, υπό τον έλεγχο και την τεχνική επίβλεψη αυτής (αιτούσας). Ότι οι καθ’ ων εταιρίες σε διαφημιστική καταχώρηση στο κλαδικό περιοδικό «MarketBook.com Europe» της 4.2.2011, χρησιμοποίησαν τη φράση «Ο μεγαλύτερος έμπορος στην Ελλάδα», η οποία σε συνδυασμό με τη χρήση των ως άνω απομιμητικών λογοτύπων, επιτείνει την εντύπωση στο συναλλακτικό κοινό ότι αυτές είναι ο μεγαλύτερος εξουσιοδοτημένος έμπορος μηχανημάτων και εξοπλισμού «CATERPILLAR» στην Ελλάδα. Ότι οι καθ’ ων εταιρίες αποσκοπούν να εκμεταλλευτούν αθέμιτα τη φήμη του σήματος και διακριτικού γνωρίσματος του δικτύου των εξουσιοδοτημένων διανομέων της, βλάπτοντας τη φήμη αυτή και το διακριτικό του χαρακτήρα και προκαλώντας στην ίδια μεγάλη υλική ζημία και ηθική βλάβη.

 

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση και άμεσο κίνδυνο για τα συμφέροντά της, ζητά α) να διαταχθούν προσωρινά οι καθ’ ων να αφαιρέσουν τα απομιμητικά λογότυπα και οποιαδήποτε άλλη ένδειξη συνιστά παραποίηση ή απομίμηση των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR», από κάθε υλικό φορέα ή ηλεκτρονικό μέσο σχετίζεται με την επιχείρησή τους, όπως από πινακίδες, επιγραφές, ενδείξεις, ετικέτες τοποθετημένες σε μηχανήματα, προωθητικό υλικό, διαφημιστικά φυλλάδια, επαγγελματικές κάρτες, έγγραφα, τιμολόγια και το διαδίκτυο και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να καταδικασθεί καθεμία από τις πρώτη και δεύτερη των καθ’ ων σε χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και ο τρίτος των καθ’ ων σε προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, β) να διαταχθούν προσωρινά οι καθ’ ων να παραλείπουν την ανακριβή δήλωση «Ο μεγαλύτερος έμπορος στην Ελλάδα» καθώς και οποιαδήποτε ανακριβή δήλωση - ανακοίνωση στις συναλλαγές, η οποία δύναται να δημιουργήσει την πεπλανημένη εντύπωση στην αγορά ότι υπάρχει οποιαδήποτε εμπορική - οργανική σχέση μεταξύ της αιτούσας και των καθ’ ων και ιδίως ότι οι τελευταίοι ανήκουν στο δίκτυο των εξουσιοδοτημένων διανομέων της, γ) να διαταχθούν προσωρινά οι καθ’ ων να παύσουν και να παραλείπουν στο μέλλον τη χρήση των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR», ή άλλης ένδειξης συνιστά παραποίηση ή απομίμηση αυτών και σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, να απειληθεί σε βάρος καθεμίας από τις πρώτη και δεύτερη των καθ’ ων χρηματική ποινή ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και σε βάρος του τρίτου των καθ’ ων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους, δ) να διαταχθεί η περιγραφή, απογραφή και συντηρητική κατάσχεση όλων των ευρισκομένων τόσο στην κατοχή των καθ’ ων όσο και των ήδη κυκλοφορούντων στην αγορά, υλικών φορέων, τα οποία ενσωματώνουν τα απομιμητικά λογότυπα ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη που συνιστά παραποίηση ή απομίμηση των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων «Διακριτικό Εξουσιοδοτημένου Διανομέα της CATERPILLAR» και ε) να διαταχθεί η ισχύς των ως άνω αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων στην επικράτεια όλων των Κρατών - Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στ) να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, με επιμέλεια αυτής (αιτούσας) και δαπάνη των καθ’ ων.

 

Περαιτέρω, η αιτούσα, με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε επί της αιτήσεως λόγω μη τηρήσεως πρακτικών και εγχειρίσθηκε εγγράφως, ζητά, συμπληρώνοντας το αίτημα της ένδικης αίτησης, να διαταχθεί, ως ασφαλιστικό μέτρο, κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 64 παρ. 4 του Ν 2121/1993 , η συντηρητική κατάσχεση μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ, κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ’ ων, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης των τραπεζικών τους λογαριασμών. Τέλος, ζητά να καταδικαστούν οι καθ’ ων στη δικαστική της δαπάνη. Η αίτηση αρμοδίως (άρθρα 95 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 του Καν(ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009 «για το κοινοτικό σήμα», 6 και 7 παρ. 1 του Ν 2943/2001 ), εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού συντρέχουν οι κατά τα άνω άρθρα προϋποθέσεις για να θεμελιωθεί τοπική αρμοδιότητα και διεθνής δικαιοδοσία αυτού, απορριπτομένου του ισχυρισμού των καθ’ ων περί έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ), είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, όσον αφορά τα υπό στοιχ. α, γ, δ και στ αιτήματά της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 5, 6, 9 παρ. 1 περ. γ’ και 2, 14 παρ. 1 και 3, 97, 98, 103 παρ. 1 του Καν(ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009 «για το κοινοτικό σήμα», 1, 2, 4 παρ. 1 περ. γ΄, 18, 26, 27, 31, 33 του Ν 2239/1994 , 1,13, 14, 20 παρ. 1, 22 του Ν 146/1914 , 10 δις της Διεθνούς Συμβάσεως των Παρισίων «Περί Προστασίας της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας», που κυρώθηκε με το Ν 213/1975  (για την προστασία των αλλοδαπών από το σε βάρος τους αθέμιτο ανταγωνισμό με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, βλ.ΠΠρΘεσ 699/2011  ΕΕμπΔ 2012,168), 682, 931, 932, 946, 947 και 176 ΚΠολΔ.

 

Αντίθετα, η αίτηση είναι απορριπτέα ως αόριστη ως προς το υπό στοιχ. β αίτημά της περί παράλειψης εκ μέρους των καθ΄ ων της χρήσης της δήλωσης «Ο μεγαλύτερος έμπορος στην Ελλάδα», καθόσον δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο περιστατικά με βάση τα οποία να μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη των προϋποθέσεων του επικείμενου κινδύνου ή της επείγουσας περίπτωσης, που πρέπει να συντρέχουν για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου (βλ. ΜΠρΑθ 1146/2002  ΑρχΝ 2002,647, Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, τομ. Δ΄, 1996, άρθρο 688 αριθ. 10, 12), και δη δεν επικαλείται η αιτούσα ότι μετά την 4.2.2011, οπότε καταχωρήθηκε στο περιοδικό «MarketBook.com Europe» η διαφήμιση αυτή, που κατά τους ισχυρισμούς της είναι αθέμιτη και παραπλανητική, οι καθ’ ων επανέλαβαν την εν λόγω έντυπη διαφήμιση ή ότι υπάρχει βάσιμος κίνδυνος να την επαναλάβουν, ούτε επικαλείται άλλα περιστατικά που να θεμελιώνουν τη συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων για την αιτούμενη προσωρινή ρύθμιση. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση ως προς το ως άνω αίτημά της είναι απορριπτέα, καθόσον μόνη η φράση «Ο μεγαλύτερος έμπορος στην Ελλάδα» δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραπλανητική διαφήμιση, όπως αντίθετα ισχυρίζεται η αιτούσα, καθόσον ο χαρακτηρισμός αυτός συνιστά γενική και συνήθη στις συναλλαγές αξιολογική κρίση, που δεν επιδέχεται επαλήθευσης, χωρίς πληροφοριακό χαρακτήρα, ούτε σχετικά με την ίδια την επιχείρησή των καθ΄ ων ή τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, ούτε σε σύγκριση με άλλες συναφείς επιχειρήσεις και τα προϊόντα αυτών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ικανή να δημιουργήσει την παραπλανητική εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, πέραν του ότι η φράση αυτή ενέχει το στοιχείο της υπερβολής και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αναμενόμενο να εκληφθεί σοβαρά από το καταναλωτικό κοινό (βλ. ΜΠρΘεσ 27407/2007 ΧρΙΔ 2007,819).

 

Περαιτέρω, η αίτηση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη ως προς το υπό στοιχ. ε αίτημά της να διαταχθεί η ισχύς των αιτούμενων ασφαλιστικών μέτρων στην επικράτεια όλων των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 του Καν(ΕΚ) 207/2009, τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται από ένα δικαστήριο κοινοτικών σημάτων, του οποίου η αρμοδιότητα βασίζεται στο άρθρο 97 παρ. 1, 2, 3 και 4, ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος, με την επιφύλαξη όμως των απαραίτητων διαδικασιών για την αναγνώριση και την εκτέλεσή τους, σύμφωνα με τον τίτλο III του Καν(ΕΚ) 44/2001 «Αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις». Εξάλλου, το αίτημα περί συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας των καθ΄ ων, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης των τραπεζικών τους λογαριασμών, το οποίο παραδεκτά υπέβαλε η αιτούσα, με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενόψει του ότι κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί μέχρι τη συζήτηση να συμπληρωθεί η αίτηση και κατά τη βάση και κατά το αίτημά της, αρκεί να μην μεταβάλλεται το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα και το είδος της αιτούμενης δικαστικής προστασίας (βλ. ΜΠρΑθ 6780/2001  ΔΕΕ 2001,894, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμ. II, 2000, άρθρο 686 αριθ. 9, 10, Μαργαρίτη, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμ. II, 2012, άρθρο 688 αριθ. 6), είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον η δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων του φερόμενου ως παραβάτη, περιλαμβανομένης της δέσμευσης των τραπεζικών του λογαριασμών, προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 64 του Ν 2121/1993  «Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα», πλην όμως η ένδικη αίτηση δεν περιέχει βάση που να θεμελιώνεται στις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Πρέπει συνεπώς η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

(ΠΗΓΗ: WWW.NB.ORG) 
 

 

    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Ειδήσεις Κρήτη Ηλεία Μαγνησία Άγιοι Ανάργυροι Καματερό Αστυπάλαια Ελευσίνα Καλάβρυτα Λαυρεωτική Νέα Ζίχνη Πετρούπολη Σπέτσες Ειδήσεις Πελοπόννησος Ηράκλειο Ξάνθη Αθήνα Βέροια Επίδαυρος Καλλιθέα Λέσβος Νεμέα Πόρος Σφακιά Πελοποννήσου νέα Ηρακλείου Ξάνθης Αγρίνιο Βέλο Βόχα Εορδαία Καλαμπάκα Λέρος Νέα Σμύρνη Πολύγυρος Σύρος Ερμούπολη Ειδήσεις Δυτική Μακεδονία Δωδεκάνησα Λακωνία Χανιά Ανώγεια Δομοκός Ιεράπετρα Κόρινθος Μουζάκι Πάργα Σίφνος Χαλκίδα Νοτίου Αιγαίου νέα Ημαθίας Μεσσηνίας Αγκίστρι Αχαρνές Ελληνικό Αργυρούπολη Καλαμαριά Λειβαδιά Νέα Ιωνία Πηνειός Στυλίδα
Ειδήσεις Στερεά Ελλάδα Θεσπρωτία Πέλλα Αιγιαλεία Βισαλτία Ερμιονίδα Κάντανος Σέλινο Λήμνος Νέστος Πρέσπες Τέμπη
Copyright © 2017 All rights reserved Ειδήσεις Δυτική Μακεδονία Δωδεκάνησα Λακωνία Χανιά Ανώγεια Δομοκός Ιεράπετρα Κόρινθος Μουζάκι Πάργα Σίφνος Χαλκίδα developed and powered by WGR