Παράβαση καθήκοντος

ΑΡ.ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1495/2012 – ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
 

ΘΕΜΑ: Παράβαση καθήκοντος-προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος-προσδιορισμός της έννοιας του υπαλλήλου-παραβάσεις αγορανομικών διατάξεων-περιεχόμενο της έννοιας της πραγματικής πλάνης και της νομικής πλάνης-ζητήματα σύγκρουσης καθηκόντων-ζητήματα από την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας-επιβολή προστίμου και έλεγχος αν καλύπτεται ο ανταποδοτικός χαρακτήρας-απορρίπτει την αναίρεση
 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 259 ΠΚ, "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".

Από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος είναι και ο Νομάρχης, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παραβάσεως του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει τον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο).
 

Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποιήσεως του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης.
 

Εάν δε κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοικήσεως, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοικήσεως, της ισότητας και της εξυπηρετήσεως του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν, δηλαδή, είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου.
 

Τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του υπαλλήλου δεν προκαθορίζονται γενικώς, αλλά κρίνονται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο αναλόγως των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης πράξεως του υπαλλήλου. Περαιτέρω, το άρθρο 57 α του......136/1946), όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των επίμαχων αγορανομικών παραβάσεων (6-3-2000 μέχρι 5-4-2001), ορίζει ότι: "1 Σε περίπτωση παράβασης διατάξεων του νόμου αυτού και των διατάξεων που εκδίδονται σε εκτέλεση του και που αναφέρονται: α) ... β) σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 παρ. 4 και 5 του νόμου αυτού και του άρθρου 281 του...και γ) ... ο...μπορεί με απόφασή του, ανεξάρτητα από την άσκηση ποινικής δίωξης, να επιβάλλει στο φορέα της επιχείρησης πρόστιμο από 50.000 - έως 10.000.000 δραχμές. 2. Η απόφαση εκδίδεται μετά σύμφωνη γνώμη, για την ύπαρξη παράβασης των διατάξεων της παρ. 1, της αρμόδιας..., η οποία συνέρχεται και γνωμοδοτεί υποχρεωτικά μέσα στην προθεσμία που ορίζει ο Υπουργός σε κάθε περίπτωση και αφού προηγούμενα η Επιτροπή καλέσει εγγράφως προ σαράντα οκτώ ωρών τον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του. 3. Για τα κέντρα ή επιχειρήσεις που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας το...αρμοδιότητα αυτή, των παραγράφων 1 και 2 έχουν οι κατά τόπους αρμόδιοι κατά περίπτωση Νομάρχες και οι οικείες.... 4. Σε περίπτωση νέας παράβασης των διατάξεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγούμενη παράβαση, τα όρια των κυρώσεων της παραγράφου 1 διπλασιάζονται".
 

Από τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 57 α του...136/1946, πλην άλλων, προκύπτουν και τα εξής: α) Τα όρια του προστίμου, που προβλέπεται για την περίπτωση παραβάσεως, η οποία αναφέρεται σε νόθευση τροφίμων και ειδών που καλύπτουν γενικά βιοτικές ανάγκες, όπως αυτά (όρια) αναπροσαρμόστηκαν με την Α2 3422/9/25-4-1991 απόφαση του..., ήταν, κατά το χρονικό διάστημα τελέσεως των επίμαχων παραβάσεων του..., το μεν ελάχιστο 50.000 δραχμές (δηλαδή 146,74 ευρώ), το δε ανώτατο 10.000.000 δραχμές (δηλαδή 29.347,03 ευρώ). Σε περίπτωση δε νέας όμοιας παραβάσεως μέσα σε δώδεκα (12) μήνες από την προηγουμένη παράβαση, τα όρια του πιο πάνω προστίμου διπλασιάζονται, δηλαδή το ελάχιστο όριο των 146,74 ευρώ γίνεται 293,48 ευρώ και το ανώτατο όριο των 29.347,03 ευρώ γίνεται 58.694,06 ευρώ και β) στην περίπτωση επιχειρήσεων που λειτουργούν εκτός της περιφέρειας του..., όπως στην προκειμένη περίπτωση, την αρμοδιότητα επιβολής και καθορισμού του ύψους του προστίμου έχει ο οικείος Νομάρχης και οι οικείες....
 

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πραγματική πλάνη, που είναι άγνοια (πλάνη σε ευρεία έννοια), με την οποία ταυτίζεται και η εσφαλμένη αντίληψη (πλάνη σε στενή έννοια) του πράττοντος για κάποιο ουσιαστικό όρο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, αποκλείει τον καταλογισμό. Επί πραγματικής πλάνης ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται τι πράττει, αναφέρεται δε αυτή σε περιστατικά της εγκληματικής πράξεως και δη όχι μόνο σε γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις, αλλά και σε νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και είναι αδιάφορο ποια υπήρξε η πηγή της πλάνης. Η δε παρ. 2 του άρθρου 31 του ΠΚ με τον τίτλο "νομική πλάνη" ορίζει ότι "η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή είναι συγγνωστή". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι κατ' αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένως ότι δικαιούται να προβεί σε αυτήν και η πλάνη συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου και υπό τα ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά συντρέχει περίπτωση που αποκλείει το αξιόποινο. Επιβάλλεται, όμως, να είναι συγγνωστή η πλάνη για μη καταλογισμό του αξιόποινου, με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και αν κατέβαλε ο αυτουργός κάτω από τις in concreto συνθήκες και περιστάσεις που βρισκόταν, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των προσπαθειών ακόμη που έκαμε για να ενημερωθεί περί του πράγματος από άλλους ειδήμονες, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως (ΟλΑΠ 1179/1986).

Τέλος, σύγκρουση καθηκόντων υπάρχει όταν, εξαιτίας των πραγματικών συνθηκών, είναι ανέφικτη η ταυτόχρονη εκπλήρωση του καθήκοντος και η προστασία του έννομου αγαθού ή τα περισσότερα καθήκοντα του ίδιου προσώπου δεν μπορούν να συνεκπληρωθούν. Εννοιολογική προϋπόθεση της συγκρούσεως είναι η κατά χρόνο σύμπτωσή τους, δηλ. τα δύο καθήκοντα πρέπει να εκπληρωθούν ταυτοχρόνως, αλλά υπό τις συγκεκριμένες εξαιρετικές πραγματικές συνθήκες η εκπλήρωση του ενός έχει ως αναγκαία συνέπεια την προσβολή του άλλου. Τα συγκρουόμενα καθήκοντα, κατ' αρχήν, πρέπει να είναι νομικά, αφού ο νομοθέτης στο γενικό μέρος του ΠΚ δεν προέβλεψε ρητή διάταξη (ανάλογη προς αυτές των άρθρων 20 περ. β' και 32 παρ. 1), με την οποία να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως ή ο καταλογισμός αυτής στο δράστη, σε περίπτωση συγγνωστής αδυναμίας συμμορφώσεως προς το νόμο. Δεν αποκλείει, ωστόσο, το ενδεχόμενο αυτό (βλ. άρθρα 231 παρ. 2 και 232 παρ. 2 ΠΚ) και, τουλάχιστον, δεν το αποδοκιμάζει.
 

Επομένως, αν ο δράστης, κατά την παράβαση νόμιμου καθήκοντός του, λειτουργεί συνεπεία αβάσταχτης ψυχικής πιέσεως (μη φευκτό υπαιτιότητας), είναι δυνατόν, κατά τις περιστάσεις, η πράξη να μην καταλογισθεί σ' αυτόν. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.
 

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι και αυτοί περί πραγματικής πλάνης, συγγνωστής νομικής πλάνης και συγκρούσεως καθηκόντων, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στον μη καταλογισμό της πράξεως στο δράστη και, κατά συνέπειαν, στην απαλλαγή του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). ……………………..
 

Οι υπόλοιποι μάρτυρες ... υποστηρίζουν ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης δεν παρέβη το καθήκον του, αλλά, ενεργώντας σε ανθρωπιστικά πλαίσια, λόγω της ασθένειας και της κακής οικονομικής κατάστασης του πρατηριούχου, καλώς έκρινε υπερβολικά τα αρχικά πρόστιμα και τα μείωσε στο προσήκον για τις περιστάσεις μέτρο, καθορίζοντας αυτό στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, για κάθε μία παράβαση. Η άποψη αυτή των μαρτύρων δεν είναι καθόλου πειστική γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όλα τα προαναφερθέντα αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία, όπως είναι οι σαφείς και τεκμηριωμένες ένορκες καταθέσεις των ανωτέρω δύο μαρτύρων (Τ. και Μ.) που έχουν ιδία αντίληψη των όσων καταθέτουν, καθώς (και κυρίως) η σωρεία των αναγνωσθέντων δημοσίων εγγράφων από το περιεχόμενο των οποίων, όπως αναλυτικά εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτουν τα εντελώς αντίθετα απ' αυτά που καταθέτουν οι εν λόγω οκτώ μάρτυρες (...), ότι δηλαδή, ενόψει των ειδικών επιβαρυντικών για τον έμπορο καυσίμων περιστάσεων, ούτε τα αρχικά πρόστιμα ήταν υπερβολικά, ούτε η μείωση αυτών από τον κατηγορούμενο Νομάρχη στο ποσό των 1000 ευρώ ήταν δικαιολογημένη, αλλά ότι, αντίθετα, αυτή έγινε καθ' υπέρβαση της διακριτικής του ευχέρειας και με σκοπό να ωφεληθεί ο καθ' υποτροπή παραβάτης πρατηριούχος..., του οποίου όλες οι μέχρι τότε προσφυγές στη Διοίκηση ... Μακεδονίας) και στα...είχαν απορριφθεί, ... 1) Πρώτος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος για τους εξής λόγους: α) Το ότι αυτός (κατηγορούμενος) στο αρχικό στάδιο της υποβολής της αιτήσεως του παραβάτη φορολογούμενου πρατηριούχου δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με το αίτημά του, αλλά το επεξεργάσθηκαν άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες και ο ίδιος ασχολήθηκε αργότερα, οπότε και ενημερώθηκε για την υπόθεση, δεν αποδεικνύει έλλειψη δόλου αυτού να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Αντιθέτως μαρτυρεί το ακριβώς αντίθετο. Το ότι δηλαδή όταν οι άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες, που ήταν αρμόδιοι για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του παραβάτη, δηλαδή η αρμόδια...της...και ο Γενικός γραμματέας της περιφέρειας Μακεδονίας απέρριψαν με πλήρεις αιτιολογίες και μάλιστα κατ' επανάληψη το αίτημα του πρατηριούχου παραβάτη, αυτός (κατηγορούμενος), με σκοπό ακριβώς να τον ωφελήσει, επελήφθη εκ νέου, ως μη όφειλε, της υποθέσεως, με πρόθεση να αποτρέψει τις πιο πάνω απορριπτικές του αιτήματος του πρατηριούχου νόμιμες και αιτιολογημένες αποφάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών και να μειώσει με τον τρόπο που αναφέρθηκε παραπάνω και θα εκτεθεί και παρακάτω τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτόν και να τον ωφελήσει έτσι παράνομα με τον τρόπο αυτό. β) Ότι αυτός ενήργησε χωρίς δόλο, αλλά ανθρώπινα, και μόνο από ανάγκη να αποτρέψει μία εξοντωτική και ανεπιεική κατάσταση για τον φορολογούμενο, αφού έλαβε υπόψη του την κακή οικονομική κατάσταση και τον κίνδυνο διακοπής της επιχείρησης του..., που του ήταν άγνωστος και την επισφαλή υγεία του τελευταίου, με αλλεπάλληλες νοσηλείες σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και αληθινός να είναι ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ως προς την οικονομική κατάσταση και την υγεία του πρατηριούχου..., αυτό δεν δικαιολογεί την εκ μέρους του εκμηδένιση των προστίμων, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων. Ούτε η κακή οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επεβλήθησαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της. Για την κλονισμένη υγεία του...ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε και προσκόμισε βεβαιώσεις και εξιτήρια της Κλινικής ..." και ..." από τα οποία προκύπτει ότι αυτός έπασχε από ρήξη ανευρύσματος κοιλιακής αορτής και περιτονίτιδα από ρήξη εκκολπώματος του σιγμοειδούς και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση (τοποθέτηση μοσχεύματος), σε σιγμοειδή παρά φύσιν έδρα και σε χειρουργική επέμβαση (κολεκτομή - χαμηλή πρόσθια τελικοτελική αναστόμωση - σύγκλιση κολοστομίας) και νοσηλεύθηκε στην...από 25-2-2000 έως 3-3-2000, στην κλινική ..." από 3-5-2001 έως 9-5-2001, από 9-7-2002 έως 22-7-2002, από 31-7-2002 μέχρι 9-8-2002 και από 13-1-2003 μέχρι 23-1-2003, δηλαδή σε χρονικά διαστήματα 2-5 χρόνια πριν από το χρόνο έκδοσης της επίμαχης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005). Η κατάσταση αυτή της υγείας του..., όπως προαναφέρθηκε, όπως και να ήταν δεν μπορούσε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στην χαριστική απόφαση ελαχιστοποίησης των προστίμων, αν δεν υπήρχε άλλο κίνητρο, όπως ήταν, η, κατά τα ανωτέρω αναλυτικώς εκτεθέντα, πρόθεση του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον.... Το ότι η κακή οικονομική κατάσταση της επιχείρησης του...και η κλονισμένη υγεία αυτού δεν ήταν τα κίνητρα για την ελαχιστοποίηση των προστίμων εκ μέρους του κατηγορουμένου, όπως με την απολογία του ισχυρίζεται ο τελευταίος, προκύπτει αναμφίβολα και από το γεγονός ότι στην επίμαχη απόφαση μείωσης των προστίμων ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει ούτε μία λέξη για ύπαρξη τέτοιων λόγων και μόνο μετά την άσκηση της εναντίον του ποινικής δίωξης και κατά τις απολογίες του προβάλλει για πρώτη φορά τη συνδρομή αυτών των λόγων.

Είναι φανερό πως αν αυτοί ήταν πράγματι οι λόγοι που τον οδήγησαν να ανατρέψει πέντε (5) αποφάσεις του προκατόχου του Νομάρχη, τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και παρά τις αντίθετες εισηγήσεις και αποφάσεις της αρμόδιας υπηρεσίας ...), της Νομικής υπηρεσίας, του...της...και του..., αυτός (κατηγορούμενος) θα είχε τη στοιχειώδη πρόνοια να περιλάβει, έστω και με απλή μνεία, στην απόφασή του τους παραπάνω ανθρωπιστικούς λόγους, τους οποίους επικαλείται μόνο εκ των υστέρων με τις απολογίες του. γ) Ο επί μέρους ισχυρισμός του ότι αυτός (κατηγορούμενος) προέβη στη μείωση των ενδίκων προστίμων εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας που του παρείχε ο νόμος, αφού το πρόστιμο που επέβαλε ήταν περίπου επταπλάσιο του κατωτέρω και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να είχε δόλο παραβίασης των καθηκόντων του, δεν αποδεικνύεται βάσιμος στην ουσία του ως προς μεν το πρώτο σκέλος του (ότι ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας) για τους λόγους που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη σχετική με την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος σκέψη, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του (επιβολή επταπλάσιου του κατώτερου) για τον εξής λόγο: Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, ακόμη και αληθής να ήταν, το ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, στο οποίο περιόρισε ο κατηγορούμενος τα αρχικά πρόστιμα, εξακολουθεί να συνιστά εκμηδένιση σχεδόν του αρχικού προστίμου, αν ληφθούν υπόψη το ανώτατο προβλεπόμενο όριο και οι προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες καθ' υποτροπή τέλεσης των παραβάσεων από τον πρατηριούχο.... Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι καν βάσιμος, αφού ενώ ο κατηγορούμενος γνωρίζει το κατά νόμο ελάχιστο όριο του προστίμου κατά τον κρίσιμο χρόνο, που σε περίπτωση υποτροπής διπλασιάζεται, αναφέρει στην απολογία του ότι τα πρόστιμα που επέβαλε αυτός, μετά τη μείωση των αρχικών, ήταν επτά (7) φορές μεγαλύτερα από το ελάχιστο όριο, ενώ το αληθές είναι ότι, εκτός από την πρώτη παράβαση (8-3-2000), σε όλες τις άλλες παραβάσεις το πρόστιμο που επέβαλε αυτός (1000 ευρώ), μειώνοντας τα αρχικά επιβληθέντα (20.000, 29.000, 10.000 και. 10.000 ευρώ) ήταν μόλις τρεισήμισι φορές μεγαλύτερο από το ελάχιστο που, διπλασιαζόμενο λόγω της υποτροπής, ανερχόταν σε 293,48ευρώ (148,74 Χ 2 = 293,48), ενώ αυτός (κατηγορούμενος) αποφεύγει να αναφέρει ότι τα επιβληθέντα από τον ίδιο πρόστιμα των χιλίων (1000) ευρώ ήταν πενήντα οκτώ (58) φορές μικρότερα από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο (58.694 ευρώ), που μπορούσε και έπρεπε ο Νομάρχης να επιβάλει, λόγω της καθ' υποτροπή τέλεσης της παράβασης επί τέσσερις μάλιστα συνεχόμενες φορές. δ) Ο τελευταίος λόγος του κατηγορουμένου περί ελλείψεως δόλου (πρόθεσή του ήταν η αποτροπή της ολοσχερούς ματαίωσης της πληρωμής του προστίμου) είναι αβάσιμος, για τους εξής λόγους: αα) γιατί το ότι τα πρόστιμα που βεβαιώθηκαν το 2002 δεν εισπράχθηκαν μέχρι το 2005 δεν σήμαινε ότι αυτά δεν επρόκειτο να εισπραχθούν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αφού στο διάστημα αυτό συνεχιζόταν οι δίκες ενώπιον των διοικητικών οργάνων και δικαστηρίων, στα οποία είχε προσφύγει ο πρατηριούχος..., ζητώντας ακόμη και αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων του Νομάρχη περί επιβολής των προστίμων. Τίποτε δεν απέκλειε την είσπραξη των προστίμων μετά την έκδοση των οριστικών αποφάσεων του..., τις οποίες όμως αποφάσεις, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει, αλλά αντίθετα τις αχρήστευσε με την απαράδεκτη μείωση των προστίμων και ββ) Με την επίμαχη μείωση των προστίμων, που ισοδυναμούσε με εκμηδενισμό τους, αφού ο παραβάτης...αντί 89.000 ευρώ καλείτο να πληρώσει μόνο 5.000 ευρώ, ο κατηγορούμενος δεν φρόντισε για την είσπραξη των προστίμων, όπως ισχυρίζεται, αλλά κατ' ουσία για τη διαγραφή τους γιατί η μείωση ενός προστίμου από 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ δεν διαφέρει και πολύ από την κατά 100% διαγραφή του. Τέλος το ότι ο κατηγορούμενος σε άλλη περίπτωση επέβαλε, ως νομάρχης, στον ίδιο πρατηριούχο πρόστιμο ύψους 9.000 ευρώ, το οποίο μάλιστα όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει, μεταρρύθμισε αυτός, δεν αποτελεί ένδειξη ότι δεν είχε δόλο στην δικαζόμενη υπόθεση, αφού ως εκ της ανωτέρω ιδιότητάς του (ως Νομάρχη), είχε υποχρέωση να επιβάλει πρόστιμα σε παραβάτες. Είναι μάλιστα άγνωστο αν το παραπάνω πρόστιμο που επέβαλε ο κατηγορούμενος στον παραβάτη για την άλλη υπόθεση ήταν το ελάχιστο του προβλεπόμενου, αφού δεν εκθέτει ο ίδιος ποιο ήταν το ελάχιστο και ποιο το μέγιστο που προβλεπόταν στην περίπτωση εκείνη και ποια ήταν η παράβαση για την οποία επέβαλε αυτό το πρόστιμο των 9.000 ευρώ και ποιο το οριστικό ποσό του προστίμου μετά την μεταρρύθμιση που επικαλείται ο ίδιος.

Περαιτέρω ο δόλος του κατηγορουμένου, τον οποίο αρνείται με τον κρινόμενο ισχυρισμό του, που περιέχει (ο δόλος) τη θέληση της παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας, καθώς και ο σκοπός του να προσπορίσει στον...το πιο πάνω περιουσιακό όφελος, προκύπτουν από τα προαναφερόμενα στις ανωτέρω σκέψεις I και ΙΙ περιστατικά. Συγκεκριμένα: 1) Από το ότι ο κατηγορούμενος, Νομάρχης προΐστατο όλων των υπηρεσιών της..., μεταξύ των οποίων και η..., πριν οπό το χρόνο λήψης της επίδικης αποφάσεώς του (16/168/11-1-2005) γνώριζε καλά ότι ο πρατηριούχος καυσίμων...τέλεσε κατ' επανάληψη σοβαρές αγορανομικές και ποινικές παραβάσεις νόθευσης καυσίμων και ότι όλοι ανεξαιρέτως οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν νομότυπα στα πρατήρια του, διαπίστωσαν σοβαρές νοθεύσεις καυσίμων, για τις οποίες του επιβάλλονταν πρόστιμα, που όμως δεν τον απέτρεπαν από την τέλεση νέων παραβάσεων. 2) Γνώριζε τις σχετικές διατάξεις (άρθρ. 57 α του...136/1948 κ.λπ.) και το ύψος του προστίμου που προέβλεπαν αυτές, καθώς και ότι το ύφος των ως άνω προστίμων που επεβλήθησαν από τον προκάτοχό του...απείχε πολύ από τα ανώτατα όρια, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου.... 3) Γνώριζε ότι ο εν λόγω πρατηριούχος είχε ήδη ασκήσει προσφυγές κατά των αποφάσεων του Νομάρχη που του επέβαλαν τα σχετικά πρόστιμα τόσο ενώπιον του...της..., όσο και ενώπιον του...και παρά ταύτα δεν ανέμενε, όπως όφειλε να κάνει από υπηρεσιακό καθήκον, να αποφανθούν τα κατά νόμον αρμόδια όργανα του Κράτους, στα οποία προσέφυγε ο παραβάτης έμπορος καυσίμων, αλλά έσπευσε, με τον προαναφερόμενο τρόπο, να ελαχιστοποιήσει τα πρόστιμα και να καταστήσει έτσι άνευ αντικειμένου τις εκκρεμείς αυτές προσφυγές και τις επ' αυτών δίκες. 4) Γνώριζε, πολύ πριν λάβει την χαριστική για τον παραβάτη πρατηριούχο απόφασή του (11-1-005), ότι είχαν εκδοθεί οι προαναφερθείσες δύο αποφάσεις του...της...(25789/28-8-2002 και 25792/5-9-2002) με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές του...κατά των αναφερομένων σ' αυτές αποφάσεων του.... Παρότι δε οι αποφάσεις αυτές έκριναν επί της ουσίας και με πλήρεις αιτιολογίες απέρριψαν τις προσφυγές, ο κατηγορούμενος τις αγνόησε και ουσιαστικά τις αχρήστευσε με την ως άνω επίμαχη απόφαση του.

Ο σκοπός του κατηγορουμένου να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο...γίνεται φανερός και από αυτό το γεγονός, το ότι δηλαδή αυτός αγνόησε τις ανωτέρω δυο αποφάσεις που προέρχονταν μάλιστα από την προϊσταμένη του Αρχή ...), στην οποία, κατά νόμο (άρθρο 69 του...) υπόκεινται, ύστερα από προσφυγή, όλες οι εκτελεστές αποφάσεις του ιδίου ...), πράγμα που οπωσδήποτε, ως εκ της ιδιότητάς του, γνώριζε αυτός. 5) Γνώριζε ότι η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του ιδίου πρατηριούχου...εναντίον και των πέντε (5) ως άνω αποφάσεων του..., είχε ήδη απορριφθεί στις 26-11-2003 με την 16/10542/26-11-2003 απόφαση της...της.... Έτσι δύο χρόνια μετά την απόρριψη της εν λόγω αίτησης θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής του...από την αρμόδια υπηρεσία της..., που ο κατηγορούμενος προΐστατο, ο τελευταίος, χωρίς ποτέ αυτός αλλά και όλοι οι προκάτοχοί του Νομάρχες, να αμφισβητήσουν την επί των θεμάτων αυτών (νόθευσης καυσίμων) αρμοδιότητα της οικείας..., χωρίς καν να κάνει μνεία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, έκρινε με τον ως άνω παράτυπο τρόπο, εκ νέου την ίδια αίτηση θεραπείας και κατά παραδοχή της, περιόρισε τα πρόστιμα στο σχεδόν μηδαμινό ποσό των 1000 ευρώ, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. 6) Γνώριζε ο κατηγορούμενος ότι η ίδια πιο πάνω αρμόδια υπηρεσία της......) απέρριψε το νέο αίτημα του...γα αναθεώρηση της ως άνω προηγηθείσης απορριπτικής αποφάσεως, αίτημα το οποίο αυτός (κατηγορούμενος), σε αντίθεση με όλες τις παραπάνω αποφάσεις, έκανε δεκτό με την επίμαχη απόφαση του και μάλιστα ένα χρόνο μετά την τελευταία ως άνω απόρριψη του εν λόγω αιτήματος και 7) Γνώριζε επίσης ο κατηγορούμενος ότι ύστερα από ερώτημα του βοηθού..., που είναι αδελφός του, η...της..., της οποίας αυτός προΐστατο, γνωμοδότησε με την 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της ότι η αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του...ήταν κατ' αρχήν απαράδεκτη, λόγω ασκήσεως των προσφυγών και ότι ο κατηγορούμενος Νομάρχης μπορούσε να ανακαλέσει ή μεταρρυθμίσει τις σχετικές αποφάσεις του προκατόχου του μόνο αν αυτές ήταν παράνομες ή αναιτιολόγητες ή υπερβολικές, προϋποθέσεις που εμφανώς δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και ούτε ο ίδιος (κατηγορούμενος) με την επίδικη απόφασή του δέχθηκε ότι συντρέχουν αυτές.

Το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα παραπάνω περιστατικά κατά το χρόνο που εξέδωσε την επίμαχη απόφασή του (11-1-2005) είναι αυτονόητο και προκύπτει από το γεγονός ότι αυτός για να εκδώσει την επίμαχη απόφαση του είχε οπωσδήποτε υπόψη του κάποια στοιχεία (που μνημονεύει και στην απόφαση) όπως: α) τις πέντε αποφάσεις του προκατόχου του...με τις αναλυτικά αναφερόμενες σ' αυτές παραβάσεις και τα επιβληθέντα πρόστιμα, β) τα όρια του ύψους του προβλεπόμενου για κάθε παράβαση προστίμου με βάση τις σχετικές διατάξεις του Ν .Δ. 138/1948, τις οποίες ρητά αναφέρει στην απόφαση του, γ) την υπ' αριθμ. 31124/2003 γνωμοδότηση της...της..., την οποία, ρητά επίσης αναφέρει στην απόφασή του, δ) την άσκηση των προσφυγών και της αίτησης θεραπείας και τις απορρίψεις αυτών, από τα αρμόδια όργανα, τις οποίες πληροφορήθηκε τόσο από το σχετικό φάκελο της υπόθεσης και την αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών της..., όσο και από το συνεργάτη του Αντινομάρχη τότε...ο οποίος, όπως και ο ίδιος (κατηγορούμενος) δέχεται τον ενημέρωνε και για όλα τα ζητήματα της υπόθεσης αυτής, αφού όπως ο ίδιος αυτός μάρτυρας (Τ.), αλλά και ο μάρτυρας..., αναφέρουν στις ένορκες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού καταθέσεις τους ο πρατηριούχος...απευθύνονταν για την συγκεκριμένη υπόθεση κυρίως στον εν λόγω...και εκείνος ενημέρωνε το Διευθυντή της...Τ. και τον Νομάρχη, τον οποίο είναι βέβαιο ότι επισκέφθηκε και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος, άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον ανωτέρω Αντινομάρχη. 2) Δεύτερος αυτοτελής ισχυρισμός: ... Ο ισχυρισμός αυτός ... δεν είναι κατ' ουσία βάσιμος για τους εξής λόγους: α) από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο...έκανε γραπτή εισήγηση προς τον κατηγορούμενο με την οποία εισηγούνταν τον τρόπο αντιμετώπισης της υπόθεσης, τον οποίο και ακολούθησε ο τελευταίος.

Ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται ότι υπήρξε τέτοια γραπτή εισήγηση, η οποία αν πράγματι γινόταν, έπρεπε να ήταν πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι η Διοίκηση (εν προκειμένω ο κατηγορούμενος Νομάρχης) μεταρρύθμισε δραστικά προγενέστερες δικές της διοικητικές πράξεις (αποφάσεις του προηγούμενου Νομάρχη) τρία περίπου χρόνια μετά την έκδοσή τους και αφού οι εναντίον τους προσφυγές είχαν απορριφθεί, είτε από προϊσταμένη Αρχή ...) είτε από.... Ανεξάρτητα, όμως, απ' αυτά, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια εισήγηση (ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται ότι τον ενημέρωσε προφορικά ο Αντινομάρχης) ο κατηγορούμενος Νομάρχης, εν γνώσει όλων των ανωτέρω αναφερθέντων περιστατικών που ετέθησαν υπόψη του, όφειλε να μη την ακολουθήσει (την εισήγηση), αν ήθελε η απόφασή του να είναι δίκαιη, αντικειμενική, αμερόληπτη και στα πλαίσια της χρηστής διοίκησης. Είναι φανερό ότι την άγραφη αυτή εισήγηση την επικαλείται για να δικαιολογήσει την μεροληπτική υπέρ του...απόφαση του, τον οποίο ήθελε, οπωσδήποτε να ωφελήσει. Άλλωστε, αρμόδια κατά νόμο υπηρεσία για να κάνει εισήγηση για το ζήτημα αυτό (νόθευση καυσίμων) προς το Νομάρχη αλλά και προς τον Αντινομάρχη ήταν η...της..., η οποία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, ήδη πριν από αρκετό καιρό είχε ρητά και αιτιολογημένα διατυπώσει την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου...γνώμη της με δύο αποφάσεις της, τις οποίες αυτός αχρήστευσε αναιτιολόγητα, β) ο κατηγορούμενος, παρότι επικαλείται την ως άνω 31124/9-12-2003 γνωμοδότηση της...της..., η οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, νομιμοποιεί την απόφαση του, στην πραγματικότητα αυτός δεν συμμορφώθηκε μ' αυτήν. Συγκεκριμένα: αα) ενώ η γνωμοδότηση αυτή με το πρώτο (κύριο) μέρος της ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει ότι η σχετική αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του..."είναι κατ' αρχήν απαράδεκτη και η Διοίκηση δεν υποχρεούται να την εξετάσει", ο κατηγορούμενος δεν ακολούθησε την ανενδοίαστη και ασφαλή αυτή εκδοχή, όπως όφειλε να κάνει στα πλαίσια της χρηστής Διοίκησης, της καλής πίστης και της αμερόληπτης εξουσίας και να απορρίψει την αίτηση θεραπείας ως απαράδεκτη.

Αλλά ούτε και την δεύτερη εκδοχή της γνωμοδότησης, τη δυνατότητα, δηλαδή, της αυτεπάγγελτης ανάκλησης ή μεταρρύθμισης οποιασδήποτε Διοικητικής πράξης (εν προκειμένω των αποφάσεων του Νομάρχη), σε περίπτωση μόνο παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξης, εφάρμοσε ο κατηγορούμενος, αφού ενώ δεν συνέτρεχε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, ούτε και ο ίδιος δέχεται με την απόφαση του συνδρομή τέτοιας περιπτώσεως με αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών, περιόρισε τα πρόστιμα στα ποσά που προαναφέρθηκαν. Στην πραγματικότητα, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω, τα πρόστιμα δεν ήταν καθόλου υπερβολικά (μάλλον ήταν υπερβολικά χαμηλά ενόψει των προεκτεθεισών συνθηκών τελέσεως των παραβάσεων) και ίσως γι' αυτό ο κατηγορούμενος, για να μη γίνει αντιληπτή η πρόθεσή του να ωφελήσει παράνομα τον παραβάτη πρατηριούχο, στην επίμαχη απόφασή του δεν περιέχει καμία αιτιολογία ως προς το ποσό και το υπερβολικό του ύψους των προστίμων πλην της φράσεως "είναι υπερβολικά" και ως προς το μέγεθος της μειώσεως με βάση κάποια κριτήρια που έπρεπε να λάβει, αλλά δεν έλαβε υπόψη του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απόφασή του ο κατηγορούμενος δεν αναφέρει καν το ύψος του αρχικού προστίμου, αλλά μόνο τον αριθμό της σχετικής απόφασης του Νομάρχη και το ποσό του προστίμου που επιβάλει αυτός (κατηγορούμενος), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει σύγκριση των δύο προστίμων (αρχικού και περιορισμένου), ώστε να υπολογιστεί το ποσοστό της μείωσης σε κάθε περίπτωση και να διαπιστωθεί ότι, παρόλο που τα αρχικά πρόστιμα ήταν διαφορετικού ύψους (από 10.000 έως 29.000 ευρώ) και οι παραβάσεις διαφορετικές, η μείωση όλων των προστίμων έγινε στο ίδιο (ελάχιστο) ποσό των χιλίων (1000) ευρώ, πράγμα που φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν αποφασισμένος να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό τα πρόστιμα για τον προφανή σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη έμπορο καυσίμων...και όχι γιατί αυτά ήταν υπερβολικά, γιατί δεν είναι λογικό και δεν μπορεί να το υποστηρίξει κανείς πειστικά και άδολα ότι δύο πρόστιμα με το ίδιο ελάχιστο και ανώτατο προβλεπόμενο εκ του νόμου όριο, ύψους το ένα 10.000 ευρώ (τέταρτη και πέμπτη παραβάσεις) και το άλλο 29.000 ευρώ (τρίτη παράβαση) και με την αύτη αγορανομική παράβαση (νόθευση καυσίμων) να είναι υπερβολικά το μεν πρώτο κατά 9.000 ευρώ (10.000 - 1000 = 9.000) το δε δεύτερο κατά 28.000 ευρώ (29.000 - 1000 =28.000) και ββ) ενώ η γνωμοδότηση αυτή, ως προς την ουσιαστική κρίση για το υπερβολικό ή μη ύψος των προστίμων, προτρέπει τον κατηγορούμενο να απευθυνθεί στην αρμόδια υπηρεσία της..., που είναι η..., ("... Εξυπακούεται ότι η υπηρεσία μας δεν γνωρίζει το πραγματικό της υπόθεσης και γι' αυτό δεν μπορεί να λάβει θέση επί της ουσίας. Για το θέμα αυτό πρέπει να απευθυνθείτε στην αρμόδια υπηρεσία ..."), ο κατηγορούμενος, ενώ γνωρίζει ότι η αρμόδια αυτή υπηρεσία, στην οποία τον παραπέμπει η Νομική του Υπηρεσία, απέρριψε οριστικά την αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του..., όχι μόνο δεν απευθύνεται σ' αυτήν, αλλά, αδιαφορώντας τελείως για τις αποφάσεις της, τις οποίες ενώ γνώριζε, δεν αναφέρει καν στην, ανύπαρκτη άλλωστε, αιτιολογία της απόφασής του, τις ανατρέπει και κάνει δεκτή την, μετά ένα έτος επαναφερθείσα με τον προαναφερόμενο παράτυπο τρόπο, αίτηση θεραπείας και ελαχιστοποιεί τα αρχικώς επιβληθέντα πρόστιμα, με προφανή σκοπό να ωφελήσει τον πρατηριούχο.... γ) Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την κατάσταση της υγείας του πρατηριούχου παραβάτη, που επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος) και για τη θεμελίωση του προηγουμένου ισχυρισμού του για έλλειψη δόλου απορρίφθηκε με προηγηθείσα σκέψη της παρούσας στην οποία και παραπέμπει το δικαστήριο, δ) αν ο νόμος διευκρίνιζε τα επιτρεπτά ακραία όρια της ευχέρειας του Νομάρχη να μειώσει τα επιβληθέντα πρόστιμα (παράλειψη που επικαλείται ο κατηγορούμενος για τη θεμελίωση νομικής πλάνης) τότε δεν θα ετίθετο θέμα παράβασης των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου (εν προκειμένω του Νομάρχη) γιατί τότε δεν θα στήριζαν σαφή εκ του νόμου όρια και δεν θα υπήρχε θέμα διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου και υπέρβαση αυτής.

Ακριβώς επειδή ο νόμος δεν θέτει όρια στην διακριτική ευχέρεια του υπαλλήλου, το Δικαστήριο του..., όπως αναφέρθηκε και στην αρχική νομική σκέψη και με πολύ πρόσφατες αποφάσεις του δέχεται ότι εάν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση καθήκοντος μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση δηλαδή των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστης, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και εξυπηρέτησης που σκοπού του νόμου (...). Στην προκειμένη περίπτωση, ..., είναι φανερό ότι αυτός γνώριζε καλά ότι με την επίδικη απόφασή του, μειώνοντας ένα συνολικό πρόστιμο 89.000 ευρώ σε 5.000 ευρώ, παρά την βαρύτητα και τη συχνότητα των ουσιωδών παραβάσεων νοθεύσεως καυσίμων, υπερέβαινε τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας και το έκανε αυτό εν γνώσει του για να ωφελήσει τον παραβάτη...... ε) Ο ισχυρισμός ότι υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων και ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε προς τις επιεικέστερες δεν είναι βάσιμος στην ουσία του, δεδομένου ότι, ..., δεν υπήρξαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος εάν τα επιβληθέντα πρόστιμα ήταν υπερβολικά. Η μόνη απόφαση που, όπως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχεται, που είχε εκδοθεί επί των προσφυγών του...για το ζήτημα αυτό (τη νομιμότητα και το υπερβολικό ή όχι των προστίμων) πριν από την έκδοση της δικής του απόφασης (επίδικης) για την μείωση των προστίμων, ήταν η υπ' αριθμ. 2841/30-11-2004 οριστική απόφαση του..., με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία η από 28-6-2002 προσφυγή του...κατά της 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του.... Συγκεκριμένα με την απόφαση αυτή, που είχε εκδοθεί στις 30-11-2004, δηλαδή σαράντα μία (41) ημέρες πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης απόφασης του κατηγορουμένου (11-1-2005) το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ, που ήταν και το μεγαλύτερο από όλα τα επιβληθέντα πρόστιμα, ήταν το προσήκον και δεν ήταν υπερβολικό (...).

Καμία οριστική απόφαση Διοικητικού δικαστηρίου δεν είχε εκδοθεί μέχρι τότε για το ζήτημα του υπερβολικού ή όχι ύψους του προστίμου. Όλες οι επί της ουσία αποφάσεις των Διοικητικών δικαστηρίων και των άλλων αρχών και υπηρεσιών ...,...) ήταν απορριπτικές για τα αιτήματα και τις προσφυγές του πρατηριούχου.... Και μόνο σε αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων του..., που εκδόθηκαν επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω συνδρομής ανεπανόρθωτης βλάβης, εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις (απέρριψαν ή έκαναν δεκτή την αίτηση αναστολής), οι οποίες όμως δεν ασχολήθηκαν καθόλου με το ύψος του προστίμου και κυρίως με το υπερβολικό ή όχι αυτού, αλλά εξέτασαν άλλες περιστάσεις για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης για την αναστολή και μόνο της εκτέλεσης. Συνεπώς δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του επιμάχου ζητήματος, που οδήγησαν τον κατηγορούμενο να ακολουθήσει την επιεικέστερη εκδοχή, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτός. Ενόψει όλων των ανωτέρω και του ότι ο κατηγορούμενος, που, όπως ο ίδιος δέχεται, έχει γραμματικές γνώσεις Γυμνασίου, και ο οποίος διετέλεσε επί πολλά χρόνια δημοτικός σύμβουλος του..., βουλευτής του...και τελευταία και Νομάρχης του δεύτερου νομού της χώρας του...αντιμετωπίζοντας με την ιδιότητα αυτή, κατά τη μακρά θητεία του πολύ σοβαρότερα και ακανθώδη θέματα, ο ισχυρισμός του για ύπαρξη νομικής πλάνης στο πρόσωπό του πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος, γιατί με βάση όσα εκτέθηκαν παραπάνω η πλάνη που επικαλείται δεν ήταν συγγνωστή, καθόσον, αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει, λαμβανομένων υπόψη και των ως άνω πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μην μειώσει μέχρι εκμηδενισμού μάλιστα τα ήδη χαμηλά πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του...εις βάρος του πρατηριούχου...για τις συνεχόμενες σοβαρές παραβάσεις της νόθευσης καυσίμων.

Πολύ περισσότερο μάλιστα που ο νομικός του παραστάτης και οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες ...,...) του υπέδειξαν με τις αποφάσεις τους το άδικο και παράνομο των ενεργειών του. 3) Τρίτος αυτοτελής ισχυρισμός ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου, περί άρσεως του καταλογισμού του, λόγω σφοδρής ψυχικής πίεσης, πέραν του ότι δεν προβλέπεται από το νόμο, που προβλέπει μόνο την κατάσταση ανάγκης (άρθρο 32 ΠΚ) και την υπέρβαση της άμυνας (άρθρο 23 ΠΚ), για τις οποίες δεν πρόκειται εν προκειμένω, ούτε και τις επικαλείται αυτός (κατηγορούμενος), είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αφού με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ... καμία σφοδρή ψυχική πίεση δεν επέστη αυτός, ώστε να μην μπορεί να συμμορφωθεί με τις περί δικαίου αντιλήψεις του. Αντίθετα η προεκτεθείσα αμετανόητη, συνεχής και αδίστακτη παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου..., που με την σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε εις βάρος του καταναλωτικού κοινού και του..., εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές (πρόστιμα κλπ) προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι να χαρίζεται στον παραβάτη χωρίς ιδιαίτερο και προβλεπόμενο από το νόμο λόγο, όπως έκανε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, σε αντίθεση με όλους τους άλλους φορείς που επελήφθησαν του ζητήματος ...,...,...). Και 4) τέταρτος αυτοτελής ισχυρισμός. ... Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται ότι ένας έμπορος καυσίμων μπορεί να αισχροκερδεί εις βάρος του Δημοσίου και του καταναλωτικού κοινού ατιμωρητί, επειδή έχει κλονισμένη υγεία ή κακή οικονομική κατάσταση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος έμπορος, παρά την κλονισμένη υγεία του, εξακολουθεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα παρά την πρώτη διαπίστωση της νόθευσης αυτών και την επιβολή προστίμου και να συνεχίζει απτόητος την επανειλημμένη νόθευση των καυσίμων.

Ούτε άλλωστε, όπως λέχθηκε, το κλείσιμο μιας επιχείρησης σημαίνει ότι αυτή απαλλάσσεται από τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν σ' αυτήν κατά το χρόνο της λειτουργίας της, γιατί τότε θα είχε αχρηστευθεί ο σκοπός του νόμου για γενική πρόληψη, αφού όλοι οι παραβάτες θα ήξεραν ότι μετά το κλείσιμο της επιχείρησής τους θα απαλλάσσονταν από κάθε διοικητική ποινή που είχε επιβληθεί σ' αυτούς κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της επιχείρησής τους για οποιαδήποτε παράβαση, όπως συνέβη με τον παραβάτη πρατηριούχο..., ο οποίος δεν πέθανε λίγο μετά την επίμαχη απόφαση του κατηγορουμένου, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος ("... ο οποίος μετ' ολίγον απεβίωσε ...,"), αλλά τέσσερα χρόνια μετά την απόφαση αυτή του Νομάρχη". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίση του, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε αβάσιμους τους εν λόγω ισχυρισμούς, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 και 31 παρ. 2 του ΠΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 14 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η πράξη, για να είναι έγκλημα, πρέπει να είναι όχι μόνο άδικη, αλλά και καταλογιστή στο δράστη, και δεν παραβίασε αυτές ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού: Α) Ως προς τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης: α) Επαρκώς αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων, κατά την τέλεση της ένδικης αξιόποινης πράξεως, είχε δόλο, ότι, δηλαδή, γνώριζε αυτός τα περιστατικά που τη συνιστούσαν, με τις παραδοχές ότι 1) παρά το ότι κατ' επανάληψη είχε απορριφθεί το αίτημα του πρατηριούχου για εξέταση της αιτήσεως θεραπείας του, ο αναιρεσείων επιλήφθηκε εκ νέου με σκοπό να τον ωφελήσει, μειώνοντας κατά πολύ τα πρόστιμα που του είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις, 2) ως εκ της ιδιότητας του Νομάρχη, που προΐστατο όλων των Υπηρεσιών της..., γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε τελέσει κατ' επανάληψη σοβαρές παραβάσεις νοθεύσεως καυσίμων, ότι δε η επιβολή προστίμων δεν τον απέτρεπε από την τέλεση και νέων παραβάσεων, 3) γνώριζε τις νομικές διατάξεις που προέβλεπαν το ύψος του προστίμου που έπρεπε να επιβληθεί, καθώς και εκείνο που επιβλήθηκε στον παραβάτη, το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των ανωτάτων ορίων, παρά την κατ' εξακολούθηση παραβατική συμπεριφορά αυτού, 4) γνώριζε ότι ο πρατηριούχος είχε ασκήσει προσφυγές τόσο ενώπιον του...της Περιφέρειας της...όσο και ενώπιον του..., καθώς και ότι είχαν ήδη εκδοθεί δύο αποφάσεις του..., με τις οποίες είχαν απορριφθεί ως αβάσιμες ισάριθμες προσφυγές, 5) γνώριζε ότι η από 3.10.2003 αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου είχε ήδη απορριφθεί με απόφαση της...της..., καθώς και ότι η ίδια Διεύθυνση απέρριψε αίτημα του πρατηριούχου για αναθεώρηση της απορριπτικής αποφάσεως και 6) όλα τα ως άνω στοιχεία είχαν τεθεί υπόψη του αναιρεσείοντος και είχαν ληφθεί από αυτόν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεώς του. β) Αιτιολογείται ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι, με τη μείωση του προστίμου, είχε πρόθεση να αποτρέψει την ολοσχερή ματαίωση της εισπράξεως αυτού λόγω του ύψους του με την παραδοχή, μεταξύ άλλων, ότι δεν φρόντισε αυτός για την είσπραξη των προστίμων, η οποία δεν αποκλειόταν μετά την έκδοση οριστικών αποφάσεων από το..., τις οποίες, πάντως, δεν ανέμεινε, αλλά προχώρησε στη δραστική μείωση των προστίμων. γ) Αιτιολογείται επαρκώς ότι ο αναιρεσείων είχε εναργή εικόνα του ποσού της μειώσεως με τις παραδοχές, πέραν των ανωτέρω (γνώση νομικών διατάξεων, αποφάσεων, κ.λπ.), ότι ο τότε...τον ενημέρωνε για όλα τα ζητήματα της υποθέσεως και ότι ο πρατηριούχος...απευθυνόταν, για τη συγκεκριμένη υπόθεση, κυρίως στον Αντινομάρχη, ο οποίος ενημέρωνε τον Διευθυντή της...Τ. και το Νομάρχη, τον οποίο είχε επισκεφθεί και ενημέρωσε και ο ίδιος ο πρατηριούχος άλλοτε μόνος και άλλοτε μαζί με τον Αντινομάρχη. Β) Ως προς τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης: α) Σαφώς και με βεβαιότητα το Δικαστήριο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο...έκανε γραπτή εισήγηση προς τον αναιρεσείοντα ως προς τον τρόπο αντιμετωπίσεως της υποθέσεως, η οποία, αν γινόταν, έπρεπε να είναι πλήρως αιτιολογημένη, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων θα μεταρρύθμιζε δραστικά προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις. Προς ενίσχυση της παραδοχής του αυτής, δέχεται ότι, και αν υπήρχε προφορική εισήγηση, την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται (όχι γιατί υπήρχε πράγματι, αλλά) για να δικαιολογήσει τη μεροληπτική υπέρ του πρατηριούχου απόφασή του, ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων (απόρριψη προσφυγών, κ.λπ.), δεν έπρεπε να την ακολουθήσει. Ουσιαστικά, λοιπόν, δεν δέχεται την ύπαρξη ούτε προφορικής εισηγήσεως και δεν πρόκειται για ενδοιαστική αιτιολογία. β) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι μόνη αρμόδια να κάνει εισήγηση για το ζήτημα της νοθεύσεως καυσίμων προς το Νομάρχη, αλλά και προς τον Αντινομάρχη, ήταν η...της..., η οποία, άλλωστε, με δύο αποφάσεις της, είχε ήδη διατυπώσει, αιτιολογημένα, την αρνητική για την αίτηση θεραπείας του πρατηριούχου γνώμη της. γ) Ορθώς και αιτιολογημένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι ο αναιρεσείων έπρεπε να συμμορφωθεί με το πρώτο μέρος της γνωμοδοτήσεως της...της..., κατά το οποίο η αίτηση θεραπείας - προσφυγή του πρατηριούχου ήταν απαράδεκτη, και όχι προς το δεύτερο (επικουρικό) περί δυνατότητας της Διοικήσεως να ανακαλέσει ή να μεταρρυθμίσει αυτεπαγγέλτως οποιαδήποτε πράξη της σε περίπτωση παράνομης, αναιτιολόγητης ή υπερβολικής πράξεως, με τις παραδοχές ότι αφενός, κατά το αυτό δεύτερο μέρος της γνωμοδοτήσεως, η εν λόγω Υπηρεσία δεν γνώριζε το πραγματικό της υποθέσεως και δεν μπορούσε να λάβει θέση επί της ουσίας, ο δε Νομάρχης έπρεπε να απευθυνθεί στην αρμόδια Υπηρεσία, στην οποία, όμως, δεν απευθύνθηκε, και αφετέρου τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με τις προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις δεν ήταν υπερβολικά, η δε επίμαχη απόφαση, την οποία εξέδωσε ο αναιρεσείων, δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς λόγο, για τον οποίο έκρινε ότι τα προηγούμενα πρόστιμα, το ύψος των οποίων επίσης δεν αναφέρεται, ήταν υπερβολικά και έπρεπε να μειωθούν στο ίδιο ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση. δ) Αιτιολογημένα κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν αντικρουόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων επί του βασικού ζητήματος του αν τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί ήταν υπερβολικά με την παραδοχή ότι εκδόθηκε μόνο η υπ' αριθ. 2841/2004 οριστική απόφαση του..., με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη μία προσφυγή του πρατηριούχου με την αιτιολογία ότι το πρόστιμο των 29.000 ευρώ (που ήταν και το μεγαλύτερο από τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί) ήταν προσήκον και εύλογο, ενώ αντίθετες αποφάσεις εκδόθηκαν μόνο επί αιτήσεων αναστολής καταβολής του προστίμου λόγω ανεπανόρθωτης βλάβης από το..., το οποίο δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ύψος του προστίμου και το ζήτημα αν αυτό ήταν υπερβολικό ή όχι. ε) Ορθώς αιτιολογείται ότι η επικαλούμενη πλάνη του αναιρεσείοντος δεν ήταν συγγνωστή, γιατί αυτός, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των σχετικών υποδείξεων του νομικού του παραστάτη και των άλλων αρμοδίων Υπηρεσιών, μπορούσε να διαγνώσει την υποχρέωσή του να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί από τον προκάτοχό του σε βάρος του πρατηριούχου. Η παραδοχή "αν είχε καταβάλει την κατ' αντικειμενική κρίση επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε άνθρωπος οφείλει" δεν έχει την έννοια ότι ο αναιρεσείων παρέβη το καθήκον του από αμέλεια, αλλά, αντιθέτως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ότι, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των ως άνω υποδείξεων από τους αρμοδίους, των ατομικών του, δηλαδή, συνθηκών, όφειλε να διαγνώσει το άδικο της πράξεώς του και ότι, επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση η επικαλουμένη από αυτόν πλάνη δεν ήταν συγγνωστή. Στ) Ορθώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι αν ο νόμος διευκρίνιζε ποια ήταν τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας, τα οποία δεν μπορούσε να υπερβεί ο αναιρεσείων, δεν θα ετίθετο ζήτημα παραβάσεως καθήκοντος, εφόσον αυτός δεν θα τα είχε υπερβεί.

Όμως, ακριβώς γιατί δεν προσδιορίζονται αυτά, τίθεται ζήτημα κακής χρήσεως της διακριτικής του εξουσίας, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, μείωσε αυτός το κάθε πρόστιμο στο ποσό των 1.000 ευρώ, εγγύτερα, δηλαδή, στο ελάχιστο προβλεπόμενο όριο, με σκοπό να ωφελήσει τον παραβάτη πρατηριούχο. Γ) Επί των ισχυρισμών περί αδυναμίας συμμορφώσεως λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως και συγκρούσεως καθηκόντων: α)Σαφώς ο ισχυρισμός περί άρσεως του καταλογισμού λόγω σφοδρής ψυχικής πιέσεως απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενώ η (μη ορθή) παραδοχή ότι αυτός δεν προβλέπεται από το νόμο έχει τεθεί μόνο ως επάλληλη αιτιολογία και δεν στηρίχθηκε σ' αυτήν η απορριπτική κρίση. β) Σαφώς το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν προέβη στην πράξη του εξαιτίας σφοδρής ψυχικής πιέσεως λόγω της αθλίας καταστάσεως της υγείας του πρατηριούχου και της κακής οικονομικής καταστάσεως αυτού, με την παραδοχή ότι αφενός στην απόφασή του δεν περιέλαβε καμιά σχετική αιτιολογία και αφετέρου ότι δεν μπορούσε να αισθανθεί τέτοια πίεση, καθόσον, η συνεχής παραβατική συμπεριφορά του πρατηριούχου, που με τη σοβαρή νόθευση καυσίμων κερδοφορούσε σε βάρος του καταναλωτικού κοινού και του..., εξωθούσε κάθε αρμόδιο φορέα να είναι μάλλον αυστηρός και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες διοικητικές ποινές. Δέχεται, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι η όποια κατάσταση του πρατηριούχου δεν μπορούσε να προκαλέσει στον αναιρεσείοντα (και σε κάθε αρμόδιο) ψυχική πίεση, ώστε να τον αντιμετωπίσει με επιείκεια, λόγω της σοβαρότητας των παραβάσεων, για τις οποίες είχαν επιβληθεί τα πρόστιμα, στη μείωση των οποίων προέβη ο αναιρεσείων. γ)Με την παραδοχή ότι ο πρατηριούχος, παρά την κλονισμένη υγεία του και παρά την πρώτη διαπίστωση της νοθείας των καυσίμων και την επιβολή του πρώτου προστίμου, συνέχιζε να εμπορεύεται και να πωλεί τα νοθευμένα καύσιμα αντικρούει, εμμέσως αλλά σαφώς, τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού καθήκοντος του αναιρεσείοντος να μη μειώσει τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Με τις παραδοχές δε ότι τα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί με προηγούμενες νομαρχιακές αποφάσεις ήταν ανάλογα με τις πράξεις του πρατηριούχου και με την επίκληση της ως άνω υπ' αριθ. 2841/2004 αποφάσεως του...αντικρούει τον ισχυρισμό περί συγκρούσεως του νομικού του καθήκοντος με αυτό της συμμορφώσεώς του με την αρχή της αναλογικότητας.

Επομένως, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, που κατατέθηκε εμπρόθεσμα (την 21.9.2012) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509§2 του ΚΠοινΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 και 14 του ΠΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσεως όσον αφορά την απορριπτική επί των ως άνω αυτοτελών ισχυρισμών κρίση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Σύμφωνα με τον κανόνα "non bis in idem", ο καθένας μόνο μία φορά, δηλαδή με μία μόνο διαδικασία, υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η κατά το άρθρο 27 ΚΠοινΔ αξίωση της Πολιτείας προς άσκηση ποινικής διώξεως, όταν αυτή ασκηθεί μία φορά. Δηλαδή, ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται όταν ο υπαίτιος παράνομης πράξεως τιμωρείται ποινικώς από το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά και πειθαρχικώς ή διοικητικώς από το αρμόδιο Όργανο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο πρώτος συνήγορος του κατηγορουμένου (Χρ. Μυλωνόπουλος) προσέθεσε και ότι "παραβιάζεται η αρχή της ενότητας της εννόμου τάξεως, η αρχή του "ne bis in idem", καθώς η ποινική και διοικητική δίκη τελούν σε σχέση αμοιβαίας δέσμευσης και παραβιάζονται και τα άρθρα 5 και 6 της ΕΣΔΑ καθώς η επιβολή από την διοίκηση προστίμου ποσού 89.000 ευρώ είναι κρυπτοποινή".

Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προτάθηκε ότι ο υπαίτιος πρατηριούχος καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις από ποινικό δικαστήριο και σε ποιες ποινές, δεν ήταν νόμιμος, δεδομένου ότι ο ως άνω κανόνας, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εφαρμόζεται όταν συντρέχει ποινή και διοικητική κύρωση για την ίδια πράξη, το δε ποινικό δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει αν το πρόστιμο που επιβλήθηκε διοικητικώς είναι ανάλογο με την πράξη. Επομένως, ορθώς το...δεν απάντησε τίποτε στον ισχυρισμό αυτό και οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, τρίτος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη απάντηση στον ως άνω ισχυρισμό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 3904/2010, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον...ακόμη, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την...για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των...και το...για τα Ατομικά και...". Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, έβδομο λόγο αναιρέσεως, προβάλει ότι κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του...υφίστατο εξακολουθητικώς βαρύτατες και δριμείες επιθέσεις από μερίδα του Τύπου, από τις οποίες προσβλήθηκε καίρια το τεκμήριο αθωότητάς του και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και προκλήθηκε, έτσι, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επικαλείται δε και 13 δημοσιεύματα, τα οποία τον εμφάνιζαν, εμμέσως πλην σαφώς, με βεβαιότητα ένοχο της πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί δεν συνάπτεται με κάποια παράλειψη του Δικαστηρίου, η οποία να επιφέρει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, καμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκούν ενδεχόμενες δημοσιεύσεις στον Τύπο πριν από την έκδοση της αποφάσεως, οι οποίες και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση της δίκης, η οποία διεξάγεται από δικαστές που υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους. Αντίθετη εκδοχή θα είχε ως συνέπεια να μη μπορεί να διεξαχθεί, λόγω απόλυτης ακυρότητας, καμιά σοβαρή δίκη, για την έκβαση της οποίας σε βάρος του εκάστοτε κατηγορουμένου θα είχαν λάβει, εκ των προτέρων, θέση ο Τύπος ή τα Μέσα μαζικής Ενημερώσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ των εγγράφων, τα οποία έλαβε υπόψη του το δικάσαν Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, είναι και α) το υπ' αριθ. 16/10542/26.11.2003 έγγραφο της...της..., β) η υπ' αριθμ. 200/2003 απόφαση του..., γ) το υπ' αριθμ. 565/3-12-2003 έγγραφο του βοηθού..., δ) η από 14/5/2002 προσφυγή του...ενώπιον του...Κ. Μακεδονίας κατά της υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 απόφασης του τότε.http://lawsavvidou.gr/κης, ε) η από 2/9/2002 αίτηση αναστολής εκτελέσεως του...κατά της υπ' αριθμ. 16/1544/28-2-2002 αποφάσεως του τότε..., με την οποία του επεβλήθη πρόστιμο 29.000 ευρώ, στ) οι από 23/1/2003 δύο αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως του...κατά των υπ' αριθμ. 16/1545/28-2-2002 και 16/750/28-2-2002 αποφάσεων του.http://lawsavvidou.gr/κης, με τις οποίες του επεβλήθησαν πρόστιμα 20.000 € και 10.000 € αντιστοίχως και ζ) η από 3-10-2003 αίτηση θεραπείας - ιεραρχική προσφυγή του...προς το..., με την οποία ζητούσε την ανάκληση, άλλως τη μεταρρύθμιση στο προσήκον μέτρο των προστίμων που του είχαν επιβληθεί. Τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που αναγνώσθηκαν στην πρωτόδικη ή στην κατ' έφεση δίκη. Όμως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, που, κατά τα πρακτικά, αναγνώσθηκαν, το περιεχόμενο των ανωτέρω μη αναγνωσθέντων εγγράφων προκύπτει, πέραν των μαρτυρικών καταθέσεων, από άλλα έγγραφα και, συγκεκριμένα, του πρώτου (γνωστοποιήσεως προς τον...ότι δεν προβλέπεται άσκηση αιτήσεως θεραπείας - ιεραρχικής προσφυγής) από το υπ' αριθ. πρωτ. 16/270/26.1.2004 έγγραφο της...προς τον...(με αύξ. αριθ. 13), του δευτέρου από το υπ' αριθ. οικ. 18969/28.7.2003 έγγραφο...ΝΑΘ προς...(με αύξ. αριθ. 23), του τρίτου από το υπ' αριθ. πρωτ. 31124/9.12.2003 έγγραφο της...της...προς το βοηθό του Νομάρχη (με αύξ. αριθ. 12), του τετάρτου από την υπ' αριθ. πρωτ. 25789/26.8.2002 απόφαση του...της...(με αύξ. αριθ. 42), του πέμπτου από την υπ' αριθ. 124/2003 απόφαση του...(με αύξ. αριθ. 3), των έκτων, της μιας αιτήσεως αναστολής από την υπ' αριθ. 201/2003 απόφαση του...(με αύξ. αριθ. 6) και της άλλης από την υπ' αριθ. 200/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (το περιεχόμενο της οποίας προέκυπτε ως άνω) και του εβδόμου από την υπ' αριθ. πρωτ. 16/168/11.1.2005 απόφαση του...(με αύξ. αριθ. 11). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, παραδεκτώς τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, και ο, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, όγδοος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, συνιστάμενη στο ότι, για την καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου, λήφθηκαν υπόψη τα ως άνω έγγραφα χωρίς να αναγνωσθούν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12 Ιουλίου 2012 (με αριθ. πρωτ. 5075/2012) αίτηση του...Χ., μετά των από 20/21 Σεπτεμβρίου 2012 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1045-1046/2012 αποφάσεως του....

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                        Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(ΠΗΓΗ: WWW.LEGACY.LAWNET.GR)

    
Δραστηριότητα Νομικά Θέματα Συνεργάτες Σύνδεσμοι Νέα
Αρχική Σελίδα Επικοινωνία Change Language
Ειδήσεις Στερεά Ελλάδα Θεσπρωτία Πέλλα Αιγιαλεία Βισαλτία Ερμιονίδα Κάντανος Σέλινο Λήμνος Νέστος Πρέσπες Τέμπη Αργολίδας Καβάλας Ρεθύμνου Αλίαρτος Βόρεια Τζουμέρκα Ζάκυνθος Κάσος Μακρακώμη Νότιο Πήλιο Πύλος Νέστορας Τρίπολη Αργολίδας Καβάλας Ρεθύμνου Αλίαρτος Βόρεια Τζουμέρκα Ζάκυνθος Κάσος Μακρακώμη Νότιο Πήλιο Πύλος Νέστορας Τρίπολη Πελοποννήσου νέα Ηρακλείου Ξάνθης Αγρίνιο Βέλο Βόχα Εορδαία Καλαμπάκα Λέρος Νέα Σμύρνη Πολύγυρος Σύρος Ερμούπολη Ειδήσεις Θεσσαλία Εύβοια Λασίθι Αγαθονήσι Αριστοτέλης Δυτική Μάνη Ικαρία Κύθνος Μώλος Άγιος Κωνσταντίνος Παύλος Μελάς Σκύρος Ψαρά
Νοτίου Αιγαίου νέα Ημαθίας Μεσσηνίας Αγκίστρι Αχαρνές Ελληνικό Αργυρούπολη Καλαμαριά Λειβαδιά Νέα Ιωνία Πηνειός Στυλίδα
Copyright © 2017 All rights reserved Πελοποννήσου νέα Ηρακλείου Ξάνθης Αγρίνιο Βέλο Βόχα Εορδαία Καλαμπάκα Λέρος Νέα Σμύρνη Πολύγυρος Σύρος Ερμούπολη developed and powered by WGR